Showing posts with label ΤΣΟΥΛΑ ΓΛΩΣΣΑ. Show all posts
Showing posts with label ΤΣΟΥΛΑ ΓΛΩΣΣΑ. Show all posts

Monday, 2 March 2020

Δούρειος Μήπως

- "Ξέρεις... ο Δούρειος Ίππος παίζει και να μην το γνώριζε ότι ήταν δούρειος. Ίσως να νόμιζε ότι ήταν κανονικό άλογο. Ή, ακόμα χειρότερα, ίσως να το γνώριζε αλλά να ήταν τόσο εξαθλιωμένη η ζωή του που, το να τον παρατήσουν έξω από την Τροία να φάνταζε σανίδα σωτηρίας..."
- "Τί θες να πεις; Δεν καταλαβαίνω."
- "Λέω πως, τελικά, δεν οφείλεται στο ότι δε γνωρίζουμε Ιστορία ούτε και στο ότι αντιμετωπίζουμε τη Μυθολογία ως διασκεδαστικό αφήγημα, το οποίο δεν χρήζει περαιτέρω ανάλυσης και μελέτης.
Ωφείλεται στο ότι, όποιος ήθελε να πει κάτι σημαντικό και να αφήσει κάτι χρήσιμο στις επόμενες γενιές, έριχνε ένα πέπλο είτε από εύπεπτες και δροσερές λεξούλες είτε από καυτές και άγνωστες και μιλούσε μέσα από κώδικες, παρομοιώσεις, παραβολές κι όποια άλλη πατέντα κάλυψης χρησιμοποιήθηκε ανά τους αιώνες.
Κάποιοι θεωρούν πως, αυτό επέτρεπε τη διακίνηση ανατρεπτικών ιδεών και τη μετάδοση της Γνώσης, σε κοινή θέα και κάτω από τη μύτη της εκάστοτε Αρχής. Όπως τα διάφορα "επαναστατικά" τραγούδια την περίοδο της Χούντας ένα πράμα.
Ζαβαρακατρανέμια. Κατάλαβες;"

- "Δηλαδή;"
- "Λάβαρα Μαύρα Ανέμισαν. Αυτό."
- "Και πάλι... βοήθησέ με λίγο. Δε μπορώ να ακολουθήσω το σκεπτικό σου."
- "Λέω ότι οι ιδέες, όπως κι οι άνθρωποι, γεννιούνται γυμνές. Τί δεν καταλαβαίνεις;"
- "Δηλαδή, εσύ τώρα μου εξήγησες κι εγώ πρέπει να καταλάβω, ε;"
- "Ναι... έχεις δίκιο. Κι εγώ το ίδιο κάνω. Έχω ντύσει τη σκέψη μου σαν κρεμμύδι, λες και πάει στα χιόνια... μπότες, φόρμα, μπουφάν, κασκώλ, γάντια, σκούφο... Πού να καταλάβεις τί θέλω να πω."
- "Θα πας γήπεδο απόψε; Τελευταία αγωνιστική πριν τα play-offs. Εγώ λέω να μην πάω τελικά. Το σκέφτομαι πολύ σοβαρά. Λόγω του ιού. Ξέρεις..."
- "Πρώτον, όχι. Δεν θα πάω γήπεδο. Και δεύτερον... με δουλεύεις τώρα; Αλλάζεις συζήτηση εν μέσω τέτοιων τρομερών αποκαλύψεων που σου προσφέρω;"
- "Μισό..."
- "Τί κάνεις εκεί;"
- "Μπύρα και πατατάκια... ΟΚ, λέγε τώρα.. Όλος δικός σου και... ξεκίνα από δαύτο το ζαβαρακατρανέμια. Για ποια λάβαρα λες;"



- "Του πένθους... της επανάστασης... της λευτεριάς. Διάλεξε εσύ όποια θες. Τα λάβαρα γίναν ζάβαρα, τα μαύρα γίναν κάτρα, σαν κατράμι και τα ανέμια, ανέμισαν... Τραγούδησέ το αλλάζοντας τις λέξεις και θα δεις ότι ταιριάζει."
- "Ναι... έχεις δίκιο. Αν μη τι άλλο, μια χαρά έμμετρο είναι κι έτσι."
-"Υπήρξε κι αυτή μια συμπαθητική προσπάθεια να μην τύχουν λογοκρισίας κάποιες ιδέες... όπως και σε άλλα κείμενα και τραγούδια."
- "Ναι... ίσως να είναι κι έτσι. Αλλά... αυτό με το Δούρειο Ίππο πού κολλάει;"

- "Κολλάει στις παραλίες των νησιών, κολλάει στους βαλτότοπους του Έβρου, κολλάει στον πάτο της εμαγιέ κατσαρόλας των Διεθνών Συμφώνων, κολλάει όπου υπάρχει λάσπη και, Δόξα τῷ Θεῷ, η λάσπη υπήρξε άφθονη στον τόπο αυτό, από καταβολής Κόσμου."
- "Τώρα εσύ, μετά από τον πρόλογο που έκανες, έχεις ξεκινήσει να μου εξηγείς τα ανεξήγητα, ε; Κι εγώ καταλαβαίνω, ας πούμε..."
- "Δώσε λίγο προσοχή... δεν θα χαλάσω εγώ την πιάτσα. Σαν μαλάκας θα σου μιλήσω, όπως και χιλιάδες άλλοι Γνώστες. Με παραβολές κι εσύ θα πρέπει να τις αποκωδικοποιήσεις και να καταλάβεις. Έτσι ήταν, έτσι είναι κι έτσι θα 'ναι."
- "Άντε, να δούμε. Εφτά η ώρα πάντως εγώ, έφυγα. Έχει αγώνα. Μας χάλασαν που μας χάλασαν το καρναβάλι φέτος, δεν θα χάσω και το ματσάκι για να κάτσω να ακούω τις παπάρες σου. Εντάξει; Αν θες, πες ξεκάθαρα ό,τι έχεις να πεις, να τελειώνουμε. Δεν είμαι κάνας χαζός. Το να μου λες ιστοριούλες για δούρειους ίππους και υποννοούμενα για τους πρόσφυγες, αν μη τι άλλο, υποτιμά τη νοημοσύνη μου. Λοιπόν... ακούω."
- "Μωρέ, μια χαρά ακούς... το ζόρι είναι πως, δεν καταλαβαίνεις. Δεν φταις εσύ βέβαια... μεγάλωσες με multiple choice εκπαίδευση, δίχως να ταΐσει κανείς την κριτική σου σκέψη. Κι όσο οι παλαιότεροι ψοφάμε κι αδειάζουμε τον τόπο και μένετε εσείς οι νεώτεροι, τόσο πιο θεόσταλτος θα μοιάζει ο Δούρειος Ίππος, τόσο πιο αγνή η θλίψη στο βλέμμα του, τόσο πιο τραγικά θα δείχνουν τα ξεσκισμένα από τις κακουχίες ρούχα που φορά. Έχεις αρχίσει τώρα να καταλαβαίνεις κάτι ή μπα;"
- "Μπα..."
- "Προηγουμένως, μίλησες για πρόσφυγες. Έχεις ιδέα τί σημαίνει αυτός ο χαρακτηρισμός; Έχεις υπόψη σου τη διαφορά μεταξύ πρόσφυγα και μετανάστη; Θα μπορούσες να τους ξεχωρίσεις αν έβλεπες τον ένα δίπλα στον άλλο; Και... θα έκρινες βασιζόμενος σε τί ακριβώς; Στα διαβατήριά τους; Στην όψη τους; Στα λόγια τους; Στον τόνο της φωνής τους; Στο πορτοφόλι τους;"
- "Δεν το έχω σκεφτεί προσωπικά αυτό αλλά, γι αυτό υπάρχουν οι αρμόδιες αρχές να..."
- "Οι αρμόδιες αρχές ε; Αρχές δίχως Αρχή και δίχως τέλος αλλά όχι κι ατελώς..."
- "Άρχισες να παίζεις πάλι με τις λέξεις."
- "Ναι... λες κι αυτές κάθονται φρόνιμα, κι ας τις βάλει κανείς στη σωστή σειρά. Μην αρχίσω τώρα να επιχειρηματολογώ για τον λόγο ύπαρξης του Λόγου, γιατί θα ξημερώσουμε. Αρχίζει και το ματσάκι σου σε καμιά ώρα.
Δε μου λες... έχεις υπόψη σου πως, τουλάχιστον δέκα χώρες χρησιμοποιούν επισήμως παιδιά ως ανθρώπινες ασπίδες για στρατιωτικές επιχειρήσεις; Ότι πομπές οχημάτων με στρατιωτικό υλικό, έμψυχο και άψυχο, έχουν ανάμεσά τους σχολικά οχήματα γεμάτα παιδιά; Αν γνώριζες πως, ένα κόνβοϋ τέτοιων οχημάτων απειλούσε να μπει στην χώρα σου, τί θα έκανες; Θα χτυπούσες την αυτοκινητοπομπή για να κρατήσεις τον εισβολέα έξω ή δεν θα το έκανες για να μη σκοτώσεις τα παιδιά;"
- "Δεν ξέρω... Τί είναι αυτά που με ρωτάς τώρα; Τί σχέση έχουν με τα ζάβαρα και τον Δούρειο Ίππο;"
- "Δεν ξέρεις ή θεν θέλεις να μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς;
Δεν ξέρεις ή μήπως, γνωρίζεις πολύ καλά την απάντηση αλλά σε τρομάζει το τέρας που βλέπεις μέσα σου;
Μήπως αυτό που σε τρομάζει είναι το ότι δεν υπάρχει γκρι;
Μήπως αυτό που σε τρομάζει είναι η συνειδητοποίηση πως υπάρχει μόνο μαύρο κι άσπρο κι ότι το τέρας που είδες μέσα σου θα φέρει είτε το βάρος του προδότη είτε του φονιά;"
- (...)
- "Λέγε ρε... μεταξύ μας είμαστε.
Μήπως ο Δούρειος Ίππος στην περίπτωση της Τροίας δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα τσούρμο μισθοφόροι, που ανακατεμμένοι με παιδιά έσκασαν μύτη ένα πρωινό έξω από τα τείχη, με ξεσκισμένα ρούχα, βρώμικοι και ταλαίπωροι και ζητούσαν και καλά βοήθεια να μπουν για να γλιτώσουν από τους πολεμοχαρείς Έλληνες;
Μήπως οι Τρώες, αγαθοί και φιλέσπλαχνοι περιμάζεψαν και τάϊσαν αυτό το τσούρμο, δίχως να γνωρίζουν τί φίδι έχωναν στον κόρφο τους;
Μήπως αυτό το ίδιο τσούρμο άνοιξε τις πύλες της Τροίας και εισέβαλαν κι οι υπόλοιποι στρατιώτες, Έλληνες και μη;"
- "Μα, τί μαλακίες είναι αυτές που λες ρε; Τί στο διάλο συμβαίνει μέσα στο σκατόμυαλό σου; Πας καλά;"
- "Την Ιστορία, τη γράφει ο νικητής, αγάπη μου. Και τη γράφει όπως γουστάρει και τη ντύνει όπως γουστάρει και τη γδύνει επίσης, όπως και όποτε γουστάρει...
Και ξέρεις... νικητής σε ένα πόλεμο μεταξύ δύο πλευρών δεν είναι πάντα η μία εκ των δύο. Νικητής μπορεί να είναι και κάποιος τρίτος, ο οποίος έβαλε τους άλλους δυο να πολεμήσουν. Εντάξει; Κι αυτός ο τρίτος, παίζει και να είναι ολόκληρη συμμορία τρίτων.
Τώρα, αν εσύ έχεις κάποια άλλη εξήγηση γι αυτό που συμβαίνει στην χώρα σου εδώ και χιλιάδες χρόνια, πολύ θα χαρώ να σε ακούσω.
Πολύ θα χαρώ να ακούσω και τον λόγο που πάντα ζητιανεύεις.
Πολύ θα χαρώ επίσης να μου εξηγήσεις τον λόγο που καυχιέσαι για τα όσα κληρονόμησες από τους πάνσοφους, ενάρετους προγόνους σου, αφού πρώτα μου εξηγήσεις τον λόγο που επαναλαμβάνεις πιστά τα λάθη τους.
Πες μου -αλήθεια τώρα... πιστεύεις πως εσύ ήσουν ο νικητής; Ότι εσύ έγραψες την Ιστορία αυτού του τόπου;
Πες μου και το άλλο... τους Δούρειους Ίππους ανατολικά της γης σου, τους βλέπεις;
Είναι ξύλινοι; Ή μήπως έχουν σάρκα και οστά, καλέ μου Οδυσσέα;
Είναι το κλάμα τους αυτό που ηχεί μέσα στα αυτιά σου ή άσματα Σειρήνων που σε έχουνε πλανέψει;
Ετούτη την φορά, καλέ μου Οδυσσέα, δεν θα σε δέσω στο κατάρτι...
Ετούτη την φορά, θα είσαι μόνος."
- "Μαλακίες λες. Έχει χάρη που σε ξέρω από παιδί. Φεύγω. Ίσα που προλαβαίνω να πάω σπίτι πριν αρχίσει το ματς. Τα λέμε."

- "Τα λέμε."



…απόσπασμα από τη ΣυνΛογή κειμένων "Δούρειος Κήπος", του Γρ. Κρέζου



Tuesday, 11 November 2014

* Αναθέσεις κι Αναλήψεις

…μόνο που, δεν έμοιαζε με οτιδήποτε άλλο είχε συναντήσει ως τώρα στη ζωή του.
Το χρώμα του ήταν Βαθύ Μπλε. Και, ξέρεις… όχι σαν μπλε σε απύθμενο βυθό. Μα ούτε και σαν λυκαυγές σε ξάστερο ουρανό.

Ένας μέσος ανθρώπινος εγκέφαλος έχει, πάνω κάτω, 100 δισεκατομμύρια νευρώνες.
Όσο κι αν δοκίμασε κάθε δυνατό μεταξύ τους συνδιασμό, δεν κατάφερε να θυμηθεί αυτό το Βαθύ Μπλε που, τώρα δα, του χάιδευε τα μάτια.
Βέβαια, αυτός… δεν ήταν ένας μέσος άνθρωπος, δεν κινούταν πάνω κάτω… και, μετά τις τελευταίες εξετάσεις του… υπήρχαν πλέον ενδείξεις πως, δεν ήταν καν Άνθρωπος.





Βαθύ Μπλέ.
Τόσο γνώριμο, όσο ακριβώς κι άγνωστο. Ξένο.
Σαν μενεξές που έχανε σιγά σιγά το κόκκινό του.

Άπλωσε το χέρι του να το αγγίξει μα… ο πόνος, υπενθύμιση πως, δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο, ακόμα.

Εδώ και κάποιο καιρό, συνέχιζε το ταξείδι μόνος του.
Άλλωστε, αυτή ήταν κι η συμφωνία με εκείνον που του είχε δώσει αυτήν τη δεύτερη ευκαιρία.

- "Τρεις φορές του χτύπησα την πόρτα", συνήθιζε να λέει όποτε αναφερόταν στο Θάνατο, "μα και τις τρεις φορές, εκείνος μου την έκλεισε κατάμουτρα".

Μιλούσε για το Θάνατο σα να ήταν πρόσωπο υπαρκτό. Ξέρεις. Σα μια οντότητα όπως κι οι άλλες. Με Σάρκα και Οστά. Με Νύχια και με Δόντια. Με Όνομα κι Επίθετο. Ταυτότητα…
Σα να ήταν κάποιος φίλος του παλιός. Που είχε χρόνια να τον δει.
Όχι ότι είχε κάποιο ιδιαίτερο καημό να ιδωθούνε πάλι, μα… μιλούσε για 'αυτόν', σα να ήταν άλλο απ' τη Ζωή. Κι όχι το αντίθετό της.

- "That's my job", ψιθύρισε.
(Αυτή είναι η Δουλειά μου…)

Βέβαια… για όσους δεν 'διάβαζαν' τον τόνο της φωνής του κάθε που μιλούσε, μα έμεναν μόνο στις λέξεις, δίχως να βλέπουν χρώματα… αυτό το, "That's my job", μπορούσε να αποκτήσει τρεις διαφορετικές έννοιες.

Αν έλεγε κανείς πως, "THAT's my job", θα ήταν σα να εννοούσε, "ΤΕΤΟΙΑ είναι η δουλειά μου κι αν σ' αρέσει".
Αν έλεγε…, "That's MY job", θα ήταν σα να εννοούσε, "Αυτή είναι ΔΙΚΗ μου δουλειά. Κοίτα τη δική σου".
Μα, από το στόμα του βγήκε ένα, "That's my JOB", με ένα γλικόπικρο χαμόγελο, γνωρίζοντας πως, κάθε του βήμα, κάθε κίνηση και κάθε λέξη, έπρεπε να γίνει έτσι ακριβώς όπως κι έκανε.
Ήταν εκεί για συγκεκριμένο σκοπό.
Κι όφειλε να αντέξει.
Όσα κτυπήματα κι αν θα δεχόταν. Όσες προκλήσεις και προσκλήσεις. Όσο ξένος κι αν φάνταζε λόγω του τρόπου που Σκεφτόταν. Όσο Παρά-ξενος και Πρό-ξενος, Ακόλουθος και Επί-Ακόλουθος κακών.
Τόσο ανεπιθύμητος για τις Επι-λογές του, όσο μικρός κι ασήμαντος για τις Παρά-λογές του.

Κάθε του βήμα τον έφερνε και πιο κοντά στην επόμενη Αποστολή του.
Κάθε του πράξη, κατέστρεφε κι ένα ακόμη κομμάτι από τη Στολή του.

Συμβόλαιο με το Συμβόλαιο το κάθε Βήμα.
Συμβόλαιο με το Συμβόλαιο και νέα Στολή.
Όχι Μάσκα.
Στολή.

Δεν υποκρινόταν το ρόλο του.

Ντυνόταν το ρόλο του.

Κι όλα αυτά, μέχρι που αντίκρυσε για πρώτη του φορά εκείνο το Βαθύ Μπλε…

Και, ξέρεις… όχι σαν μπλε σε απύθμενο βυθό. Μα ούτε και σαν λυκαυγές σε ξάστερο ουρανό.
Τόσο γνώριμο, όσο ακριβώς κι άγνωστο. Ξένο.
Σαν μενεξές που έχανε σιγά σιγά το κόκκινό του.

Και κάθε που άπλωνε το χέρι του για να τ' αγγίξει… ο πόνος, υπήρχε ως υπενθύμιση πως, δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο, ακόμα.
Και κάθε που πονούσε, εκείνο αχόρταγα κι άπληστα και πεινασμένα, έσκιζε κι ένα κομμάτι από τη Στολή του.
Του άρπαζε κι ένα Συμβόλαιο μέσα απ' τα χέρια και το 'σκιζε κομμάτια αμέτρητα στον παγωμένο, της Ανταρκτικής, αέρα.

Κι όλα αυτά, μέχρι που χύθηκε κι αυτός ο ίδιος μέσα στο Βαθύ του Μπλε.
Όχι στο δικό του Βαθύ.
Του Μπλέ το Βαθύ.

Ναι… αυτές οι λέξεις που δεν κλίνονται, του προκαλούσαν ναυτία.
Αηδία… γιατί δε λες 'αηδία'!

- "
Αν είναι ξένες, άσε τες στην ησυχία τους", συνήθιζε να λέει. "Φτιάξε αντίστοιχη δικιά σου, άμα το 'χεις", συνέχιζε το κήρυγμα σε ποιο έντονο ύφος. Έντονο και περιπαικτικό θα έλεγα.
- "Κι αν φτιάξεις λέξεις, να 'ναι της προκοπής! Και κάνε τες να Κλίνονται. Να υποκλίνονται στης Σκέψης σου το μεγαλείο κι όχι να καλουπώνονται σε κάποιας Τσούλας Γλώσσας το μεταλλείο".

Θα το 'θελε πολύ να ήταν, 'Το Βαθύ του Μπλέως'…

Του Μπλέου, έστω. Να βγαίνει νόημα, τέλος πάντων.

Αλλιώς τί;

Ο Κόσμος ο πολύς θα νόμιζε, Το Βαθύ μου Μπλε, Το Βαθύ σου Μπλε, Το Βαθύ του Μπλε.
Ποιανού;
Κάποιου… 
Όποιου…
Έτσι κι αλλιώς, λάθος νόημα θα είχε.

- "Τσούλα Γλώσσα!", έτριξε τα δόντια του!

Αυτές οι ξένες λέξεις και οι βολικές, ήταν λειψές και δαύτες! Του είχαν κλέψει και τον τονισμό στα μονοσύλλαβα, εδώ και Χρόνια Πολλά (ἐπί τῄ εὐκαιρία, Πολύχρονοι ἄν ἑορτάζετε) κι ένιωθε αποκομμένος ΚΑΙ από αυτό.

Ένιωθε την πίεση να προσαρμόσει τη Σύνταξή του στα μέτρα τους.

Μα όχι. Όχι αυτός.

Η Γλώσσα ετούτη, Ξένη του ήταν πια.
Του ήταν Κόκκινη.
Καφέ.
Του ήταν άσχημη Μαβιά.
Κίτρινη.
Ξέρω κι εγώ;

Του ήταν Άλλο Χρώμα.
Κι αυτός με χρώμα πέρα από το Μπλέ, δεν ήθελε να μπλέξει.
Όχι ακόμα, αν μη τι άλλο.

Πέρα από το Μπλε…
Ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.

Γυμνός, μελανιασμένος, μακρυνός, σύρθηκε με κόπο ως  το παράθυρο που κοίταζε στον Κήπο.

- "Τσούλα Γλώσσα! Το μίζερο το μεγαλείο σου!", ειρωνεύτηκε. "Παράθυρο που 'Κοίταζε' στον Κήπο…", επανέλαβε, αρθρώνοντας τις λέξεις του αργά. Με στόμφο… "Σιγά μην έκλεινε και το μάτι", σιχτήρισε άλλη μια φορά, γελώντας μόνος με το αστείο του και γύρισε στο Μπλε του.

Στο δικό του Μπλε.
Όχι του… Βαθιού.




…απόσπασμα από τη συν-λογή κειμένων "Τσούλα Γλώσσα", του Γρ. Κρέζου, 1969-




Sunday, 2 November 2014

* Mirabilis Jalapa κι άλλες νυκτερινές ανησυχίες (2)

…κι αυτό, όχι για κανένα άλλο λόγο μα, τα πλήκτρα ένιωθαν βαριά κάτω από τα δάκτυλά του.
Ήταν ήδη δέκα και τέταρτο το βράδυ και… 
ήταν ήδη βράδυ Πέμπτης και…
ήταν ήδη η τελευταία Πέμπτη του Οκτώβρη.

Η Μέρα τελείωνε.

Η Εβδομάδα τελείωνε.
Ο Μήνας τελείωνε.
Ο Χρόνος τελείωνε.

Ο Χρόνος… 

Το Έτος…

- "Χα!", αναφώνησε… "Καθόλου τυχαίο το 'έτος' κι ο 'ετός'!"

Στο πρόσωπό του, από δυο ρυτίδες στις άκρες των ματιών που, χάθηκαν κι αυτές κάτω απ' το βάρος της ημέρας.
- "Τσούλα Γλώσσα! Τσούλα, γιατί σκαλώσαμε δω πέρα. Τσούλα, γιατί αν δεν τσουλήσεις τώρα δα, θα φταις για…"

Τρέλα και Θύμησες, πιστές στο ραντεβού, να μπαίνουν αδιακρίτως απ' το μισάνοικτο παράθυρο κι απόψε.

Η μυρωδιά των δειλινών του σίγησε τη Σκέψη.





- "Ένα δοχείο χλωρίνης δύο λίτρων και δυο καθαριστικά τζαμιών. Κομμάτια λαμαρίνας, άχρηστα σιδηρικά…"
Μιας λαμαρίνας που ίσως και να δαγκώθηκε παλιά… και τώρα κείται πλέον άχρηστη κι ας χρίστηκε Έρωτας κι Αγάπη χρόνια πριν.
Μιας λαμαρίνας που έμεινε να περιμένει δυο λίτρα από της χλωρίνης το οξύ, όχι για να οξύνει… μα για να αμβλύνει τις όποιες διαφορές.
Να είναι όλα πάλι τζάμι… καθαρό. Διάφανο.

Έρωτας κι Αγάπη χρόνια πριν.

Έτη πριν.

Έτη και Ετοί.


- "Τσούλα Γλώσσα, επιτέλους!" 


Μα η γλώσσα είχε μείνει στάσιμη κι απόψε. Δεν τσουλούσε, όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να της θυμίσει τα μέρη που ταξείδευε συνήθως. 

Αρνούταν πεισματικά να κάνει και το παραμικρό βήμα.
- "Βλήμα!"
Το μόνο που κατάφερε να αρθρώσει.

Κοίταξε πίσω του ξαφνιασμένος, λες και το 'πε κάνας άλλος κι όχι αυτός.

Το δωμάτιο, γεμάτο σκιές. Προσφορά της καλόγουστης λάμπας γραφείου, την οποία είχε πολύ βολευτεί για καιρό -μα, με ένα σπαστικό διακόπτη, τον οποίο... όλο θα έφτιαχνε.

Σκιές…

Στους τοίχους. Στα έπιπλα. Στα μάτια του. Στη Σκέψη.
Παντού σκιές.
Του παρελθόντος. Το παρόντος. Του μέλλοντος.
Μόνο σκιές.
'Άυλες Υπάρξεις' που θα έλεγαν πολλοί.

Κι όμως…

Το μόνο που έκανε τα πλήκτρα τα βαριά να κινηθούνε, ήταν σαν πέσαν πάνω τους Σκιές της Λογικής του.
Φανήκανε να είναι πιο βαριές. Τα πλήκτρα υποχωρήσαν… κι αρχίσανε να γράφουν δυνατά.

Αρχικά, λέξεις δειλές.

Μετά, λέξεις διπλές. Και γενικά, λέξεις διάφορες.
Λίγο πιο κάτω αδιάφορες, μα όχι και αδιάφθορες… γεμάτες ενοχές και δίχως αντοχές.

Πώς άραγε να νιώθει αυτό το 'ι'…
Το μόνο γράμμα από όλα… που τόσο δανειζόμαστε κι όμως δεν το τιμούμε…
Για σκέψου πως, πολλοί, το έχουνε για "Γιώτα"… και δεν του κάνουν την τιμή, όπως κάνουν στα άλλα.
Άλφα, Βήτα, Γάμμα, Δέλτα, (…), Γιώτα!

Πώς άραγε να νιώθει αυτό το 'ι'…

Που τόσο δανειζόμαστε, ώστε οι όποιες "Ενοχές", να ακούγονται "Εν-Οχιές"…
Κι αυτές οι "Μαλακές", να μοιάζουν "Μαλακιές"…

- "Τσούλησε Γλώσσα, είπαμε… μα εσύ πια! 'ΕπαρΕφέρθης!"


Ήταν οκτώ το απόγευμα.
Τα βλέφαρά του όμως, βαριά.
Ίσως από τις Σκέψεις.

Αυτός να σκίζει το φακό κι εκείνη κρεμασμένη, στον ώμο του επάνω.


Μια τελευταία του ματιά.
Μια τους φωτογραφία.

Σκεπάστηκε ανάλαφρα κι ας είχε απόψε ψύχρα.
Ήθελε απλά, να κοιμηθεί. Για να Τσουλήσει η Νύχτα.

- "Τσούλα Νύχτα!", χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια.

Κάποια στιγμή, θα τσουλούσε κι αυτή η Νύχτα και θα 'βγαινε και πάλι ο Ήλιος.

…μάλλον.





…απόσπασμα από τη συν-λογή κειμένων "Τσούλα Γλώσσα", του Γρ. Κρέζου, 1969-





Thursday, 30 October 2014

* Mirabilis Jalapa κι άλλες νυκτερινές ανησυχίες

   Το βραδινό αεράκι, ξαφνικό μα ελαφρύ, περαστικό κι από τη δική του γειτονιά, μπήκε από το μισάνοικτο παράθυρό του, φορτωμένο με τη βαριά μυρωδιά των λουλουδιών του κήπου.
Δειλινό. Το αγαπημένο του νυχτολούλουδο. Ακριβώς κάτω από το παράθυρό του.
Όπως και στην παιδική του γειτονιά. Όπως και στο σπίτι στο χωριό. Μικρός, περνούσε εκεί τα καλοκαίρια.

Έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή.
Πώς πέρασαν τα χρόνια!

Κάπου είχε ακούσει πως, το φαγητό είναι μνήμη.
Του είχε κάνει, σαν παρομοίωση. 
"Ω ναι… Οι γεύσεις και οι μυρωδιές, θυμούνται!", είχε συμφωνήσει.

Και τώρα δα, περνούσαν από μπροστά του όλες εκείνες οι στιγμές που έζησε παιδί.
Μπροστά σε ένα ανοικτό παράθυρο.
Μπροστά σε ένα μισάνοικτο.
Όπως κι απόψε. 

   Λαθρεπιβάτης, μες στη μυρωδιά αυτή, η τσίκνα από τις μπριζόλες που έψηνε ο γείτονας.
- "Από πού είσαι;", τον είχε ρωτήσει όταν πρωτοσυναντήθηκαν.
- "Μακεδόνας!", του είχε απαντήσει εκείνος.
- "Αλήθεια; Από ποιο ακριβώς μέρος της Ελλάδας είσαι;"
- "…όχι. Όχι Ελλάδα. Από το Μπέροβο. Μακεδονία."

   Η επόμενη φορά που ξαναμίλησαν, ήταν για να του υπενθυμίσει να μην μισοπαρκάρει το αυτοκίνητο στο πεζοδρόμιο.
- "Εμένα; Εμένα δε με πειράζει", του είχε πει… "μα, είναι πολλοί εκείνοι που, 'ενοχλούνται' με κάτι τέτοια… κι όταν ενοχλούνται, κάνουν 'διάφορα'!", του είχε κλείσει την κουβέντα και του είχε σκάσει κι ένα χαμόγελο από εκείνα τα… ελληνικά. Κάτ' απ' τ' αυλάκι το χαμόγελο μα, μέσα του, είχε Μεγαλέξαντρους εκείνη τη στιγμή. 
"Που θα μου πεις εμένα, 'Μακεδόνας'… κι από το Μπέροβο!", μονολογούσε προχωρόντας προς την είδοδο.

Δειλινά!
Ποια χάρη τους έκανε ο Θεός για να μυρίζουν έτσι;
Έριξε μία ματιά στον υπολογιστή του, μπας και βρει αναφορές στο αγαπημένο του λουλούδι. Η απογοήτευση τον κτύπησε με τέτοια φόρα, λες και ήταν πια το μοναδικό του πρόβλημα αυτό.

Κι όμως. Αφού…
Αδύνατον!
Άνδεις; Από πού κι ως πού; Αφού δειλινά είχε ο παππούς στο χωριό… Κι όπως και κάθε άλλο τι που, είχε πρωτοδεί σαν ήτανε παιδί, ήτανε σίγουρα κι αυτό ελληνικό.
Μιράμπιλις Χαλάπα…
"Ό,τι να'ναι", σκέφτηκε… 

Χαλάστηκε.
Έκλεισε τον υπολογιστή του κι έπεσε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί.
Ήταν ήδη αργά.

Δευτερόλεπτα μετά, ήταν και πάλι όρθιος.
Να βρίζει.
Είχε ξεχάσει ανοικτή τη λάμπα του γραφείου. 

Πέφτοντας και πάλι στο κρεβάτι, πιο βαρύς από ποτέ και μία Σκέψη να χτυπά μαζί με το σφιγγμό του στα μηνίγγια, συλλογίστηκε...
"Πόσα… μα πόσα παίρνει ο άνθρωπος σα δεδομένα".

Κι αυτή η παιδική ηλικία…
Σφουγγάρι το μυαλό. Ναι.
Μα, το σφουγγάρι και στα βρωμόνερα να το πετάξεις... και πάλι, θα ρουφήξει.
   Πόσα άραγε από εκείνα που πίστευε και είχε ως δεδομένα, να ήταν κάπως διαφορετικά από ό,τι εκείνος είχε πιστέψει;
Και πόσα άραγε από εκείνα… τα πιο σημαντικά; Κείνα τα σοβαρά που, ορίζουν τις ζωές μας;

Η μυρωδιά του δειλινού τον χάιδεψε και πάλι.
Βαλτό ήτανε αυτό το αεράκι απόψε.
Και το χαμόγελό της… απέναντί του, να του ψυθιρίζει χαμηλά…
- "Δεδομένα"...

Μα, ναι.
Δεν υπήρχε το παραμικρό δεδομένο μεταξύ τους.
Τιποτα που να τους έχει δοθεί.
Κάθε τι, το είχαν κατακτήσει.

- "Τσούλα γλώσσα!", ούρλιαξε και γύρισε πλευρό.

Ούτε καν εκείνα που κατακτά κανείς, δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρήσει 'δεδομένα'.
Μιας κι η ίδια η λέξη, από μόνη της, σημαίνει κάτι άλλο!

Φασαρία!
Και πάλι, στο κεφάλι του, μεγάλη φασαρία.
Η Σκέψη του να χάνεται σε χίλια μονοπάτια.

   Του είχε λείψει μεν ετούτη εδώ η τρέλα… μα, τώρα δα, η μυρωδιά από τα δειλινά τον ζάλιζε όλο και περισσότερο.
Και κάθε που φυσούσε… εκείνος πόναγε και πιο πολύ.





Mirabilis Jalapa! Από τις Άνδεις!
Το "ελληνικό" του, κατά τα άλλα, νυχτολούλουδο…
Δεδομένα!
Άνθρωποι και Δεδομένα.
Δεδομένες καταστάσεις.
Πρόσωπα.
Έννοιες.
Σχέσεις.
Υποσχέσεις.

Δεδομένα που... δε δόθηκαν ποτέ κι από κανέναν.

- "Τσούλα Γλώσσα!", χαμογέλασε τις λέξεις κι έκλεισε τα μάτια.


Σε έξι ώρες θα ξημέρωνε και πάλι ο Ήλιος.
…μάλλον!

Μην ήτανε κι αυτό αυθαίρετο ως... 'δεδομένο';




…απόσπασμα από τη συν-λογή κειμένων "Τσούλα Γλώσσα", του Γρ. Κρέζου, 1969-




Saturday, 8 February 2014

* Ο Χρόνος είναι…




- "Πες μου… Βρες μου μια λογική εξήγηση. Μιά άλογη. Κάτι! Πώς είναι δυνατόν να πήγαν τόσα χρόνια χαμένα!"
- "Χρόνια;"
- "Ναι… Χρόνια."
- "Χαμένα;"
- "Ναι… Χαμένα! Τί έπαθες; Δεν ακούς;"
- "Ακούω… Απλά, δε μπορώ να καταλάβω αν μου κάνεις πλάκα ή το εννοείς…"
- "Κοίταξέ με στα μάτια."
- "Είναι Θολά…"
- "Το ξέρω… Φαίνομαι λοιπόν για άνθρωπος που κάνει πλάκα αυτήν τη στιγμή;"
- "Τη συγκεκριμένη στιγμή, δεν φαίνεσαι καν για άνθρωπος. Και να σου πω την αλήθεια… και τις προηγούμενες τέσσερις στιγμές, πάλι δε φαινόσουν για άνθρωπος. Και… σου έχω νέα! ΔΕΝ είσαι άνθρωπος. Σύνελθε…"
- "Έχεις ειλικρινά την εντύπωση πως κάνω πλάκα;"
- "Χρησιμοποιείς τη φράση 'Χαμένα Χρόνια'… Τί άλλο να υποθέσω, από το ότι, μου κάνεις πλάκα;"
- "Μη με τρελαίνεις άλλο. Μίλα!"
- "Πες μου πρώτα από όλα, σε ποια Χρόνια αναφέρεσαι και για ποιο λόγο θεωρείς πως πήγαν Χαμένα. Και στην τελική… γιατί δεν ψάχνεις μπας και τα βρεις."
- "Τί να βρω; Τα Χρόνια; Είναι δυνατόν να γυρίσω πίσω το Χρόνο να τα ξαναζήσω;"
- "Μα, θα ήταν ηλίθιο εκ μέρους σου. Αν είναι να ζήσεις κάτι, γιατί να μη ζήσεις κάτι νέο; Γιατί να γυρίσεις πίσω; Να το ζήσεις αλλιώς; Κι αν το Νέο είναι ακόμα καλύτερο;"
- "Χαμένα, σου λέω. Καταλαβαίνεις; Δε με απασχολεί το να γυρίσω πίσω το Χρόνο. Δε θέλω να ξαναζήσω τα περασμένα ούτε να μπορούσα να γυρίσω πίσω για να τα ζήσω αλλιώς… Αυτό που θέλω να μάθω είναι το ΓΙΑΤΙ το πήρα τόσο στραβά, για τόσα πολλά χρόνια, τη στιγμή που είχα τον απόλυτο έλεγχο!"
- "Ναι. Κοίτα… αυτό το 'Απόλυτος Έλεγχος' πρόσεξέ το."
- "Όταν λέω 'Απόλυτο Έλεγχο' εννοώ πως, γνώριζα τι ήθελα. Γνώριζα τί έκανα. Γνώριζα κι αποδεχόμουν τις συνέπειες. Ανά πάσα στιγμή! Κάποιες φορές μάλιστα, τις αποζητούσα."
- "Ναι. Θυμάμαι… Και;"
- Τί 'Και'; Για ποιο λόγο άφησα να πάνε χαμένα τόσα χρόνια, βγαίνοντας από το δρόμο μου, κάνοντας έναν απίστευτο κύκλο κι επιστρέφοντας στο σημείο που ήμουν; Ή μάλλον… σχεδόν στο επίπεδο που ήμουν. Γιατί να μην είχα συνεχίσει στους ίδιους ρυθμούς, με τον ίδιο τρόπο σκέψης, με την ίδια τακτική διάδρασης;"
- "Μάλλον επειδή το Τσάμπα, όχι απλά πέθανε… αλλά παίζει και να μη γεννήθηκε καν."
- "Σε έχασα… τί έννοείς;"
- "Δεν ξέρω τί έχεις πάθει σήμερα, μα… ξέρεις πως, δε γίνεται να με Χάσεις. Να με Βγάλεις, ίσως. Να με Χάσεις όμως…"
- (…)
- "Συμφωνείς ότι, ο Χρόνος είναι από τα πιο Απατηλά Concepts;"
- "Μάλλον Ναι. Μα, σε αυτό φταίει η ορολογία, η απόδοση της έννοιας αν θες, οι εφαρμογ-…"
- "Ναι. Φταίει κι η Γη που είναι στρογγυλή."
- (…)
- "Αυτή τη στιγμή, είσαι σε θέση να εκτιμάς πως, ήταν Χαμένα Χρόνια. Έζησες το Πριν. Έζησες το Κατά-τη-διάρκεια. Ζεις στο Μετά του Τότε. Έχεις την δυνατότητα να συγκρίνεις. Αν δεν είχες αλλάξει μονοπάτι, θα ήσουν σε θέση να γνωρίζεις αν, αυτό που υπήρξες πριν τα Χαμένα Χρόνια -το οποίο μοιάζει τόσο πολύ σε αυτό που είσαι- ήταν καλύτερο από εκείνο που υπήρξες κατά τη διάρκεια των Χαμένων Χρόνων;"
- (…)

- "Ξέρεις… ο Χρόνος… ο Χρόνος είναι Χρήμα!"
- "Ναι. Να μη σε καθυστερώ λοιπόν…"
- "Κάτσε κάτω! Μην κουνηθείς! Και μην πεις Λέξη, αν δε σου απευθύνω το Λόγο! Κι Άκου!"
- "Να μου από-ευθύνης το Λόγο;"
- "Ναι… να πάρω την ευθύνη από τα λόγια που θα πείς."
- (!)

- "Ειλικρινά τώρα… γνωρίζεις γιατί λέμε πως, ο Χρόνος είναι Χρήμα;"
- "Ναι. Μα, φυσικά και γνωρίζω… Αν εκμεταλλευτείς τον Χρόνο σου σωστά, μπορείς να βγάλεις πολλά χρήματα και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να στον σπαταλ-…"
- "Συγγνώμη… Τί ρώτησα;"
- "Αν γνωρίζω γιατί λέμε πως, ο Χρόν-…"
- "Ναι. ΟΚ… Εσύ όμως γιατί μου απαντάς στο 'γιατί λένε', ενώ σε ρώτησα 'γιατί λέμε';"
- (…)
- "Ο Χρόνος είναι Χρήμα, σημαίνει πολύ απλά… πως, ο Χρόνος είναι Μέσο Συναλλαγής. Νόμισμα, αν θες. Με το Χρόνο, ψυχή μου, δεν πλουτίζεις. Με το Χρόνο απλά, Αγοράζεις. Νοικιάζεις. ΠΛΗΡΩΝΕΙΣ!"
- (…)
- "Ο Χρόνος σου είναι Πολύτιμος ΟΧΙ επειδή μέσα ΣΕ αυτόν μπορείς να βγάλεις λεφτά… μα, επειδή ΜΕ αυτόν, μπορείς να πληρώσεις τα σπουδαιότερα των Μαθημάτων!"
- (!)

- "Με το Χρόνο σου, πληρώνεις τα Δίδακτρα!"


- "…"
- "Αρχίζει να ξεκαθαρίζει λίγο η Εικόνα, στο θολωμένο σου μυαλό;"
- "Τα μάτια ήταν θολωμένα. Όχι το μυαλό."
- "Καλά… για αυτό το τελευταίο, μην πάρεις και όρκο. Έχεις φάει τίποτα σήμερα;"
- "Λίγο κέικ της μάνας και δυο κούπες καφέ."
- "Όλη μέρα;"
- "…και δυο τρεις ακόμα καφέδες μετά."
- "Άντε, φάε το τυράκι που έχει μείνει… κόψε και μια ντοματούλα στα τέσσερα, να έχει κάτι το στομάχι να ασχολείται και το συμμαζεύουμε μετά… Το σαλαμάκι, άστο. Πέτα το."
- "Μην ανησυχείς… το' χω."
- "Σίγουρα;"
- "Το' χω σου λέω…"
- "Δικό μου είναι. Εγώ το έχω γράψει…"
- "Το ξέρω. Μόνο εσύ θα μπορούσες να το έχεις γράψει και μόνο εσύ θα μπορούσες να είχες τοποθετήσει κάθε Τόμο από το Χτες μου πάνω απ' τη φωτογραφία που δείχνει όσα έχω μες στα Στήθη."
- "Με κατάλαβες λοιπόν;"
- "Είσαι ο μόνος που θα μπορούσε να είχε ανοίξει το καπάκι της καμινάδας…"
- "Ναι. Εγώ κι ο Άη Βασίλης."
- "Μόνο που… εκείνος δεν υπάρχει."
- "Κατάλαβες λοιπόν τί ήταν κι εκείνος ο θόρυβος που άκουσες τη νύχτα;"
- "Ναι. Σκόνταψες στο ασημί το καλαθάκι."

- "Μη μου ξαναμιλήσεις για Χαμένα Χρόνια. Δεν υπάρχουν Χαμένα Χρόνια. Ούτε καν Χαμένες Στιγμές."
- "Όχι. Ποτέ ξανά. Κάθε τι που έζησα, το πλήρωσα με Χρόνο. Και μόνο με Χρόνο!"

- "Χρόνος…! Αν υπάρχει μία μόνο φράση που, να είναι αληθινή, αυτή είναι το, 'Ο Χρόνος είναι Χρήμα'…"
- "Έτσι…"
- "Περασμένα Χρόνια!"
- "Υπέροχα!"
- "Τροφή για το Σήμερα!"
- "Τα λέμε Μετά…"
- "Τα λέμε Αύριο…"

- "Τί λέμε 'Αύριο'…"
- "Αυτό που θα αγοράσεις με τα Ρέστα από το Χρόνο που ξόδεψες στο Τώρα."

- "Είναι αλήθεια λοιπόν!"
- "Σου έχω πει ποτέ ψέμματα;"
- "Άραγε… ξεκινάμε όλοι με το ίδιο Κεφάλαιο;"
- "Με Ίδιο Κεφάλαιο… αλλά όχι με το ίδιο Κεφάλαιο."
- "Και το Τέλος;"
- "Ξοδεύοντας και τα τελευταία ψιλά από τα Ρέστα…"
- "Δηλαδή… όσοι δεν ξοδεύουν, ζούνε περισσότερο;"
- "Ναι… Ζούνε Περισσότερο… μα Όχι Περισσότερα!"
- "Έχεις να μου δώσεις ένα κατοστάρικο;"
- "Έχω. Για εσένα… έχω."
- "Μα, θα ζήσεις λιγότερο."
- "Θα Ζήσω όμως Περισσότερα."




…απόσπασμα από την ανέκδοτη συλλογή κειμένων "Έκανα μια Σκέψη", του Γρ. Κρέζου, 1969 -