Showing posts with label Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. Show all posts
Showing posts with label Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. Show all posts

Thursday, 21 July 2016

* Φρίκη

Σίγουρα έφταιγε...
Και μόνο εκείνη.
Γι αυτό και την κατηγορούσε συνεχώς. Σε κάθε φράση του.
Με κάθε φράση του.
Προς εκείνη. Σε άλλους. Μπροστά στα μούτρα της.
Δημόσια.
Σίγουρα έφταιγε.
Εκείνη.

Κι αυτό, επειδή πλατσούριζε. Στα ρηχά.
Νύχτα μέρα.
Είχε αφεθεί στην ελαφρότητα του Ανθρώπινου.
Και είχε αφεθεί με τέτοια θέρμη που, είχε πάψει να σκέφτεται κάθε τί άλλο.
Κι εκείνος πάσχιζε καθημερινά να τη συνεφέρει. Να την αρπάξει από το μαλλί... ή κι από το πόδι. Να την ξεκολλήσει από την παραλία της και να τη σύρει πίσω στα βαθιά.
Και να την αφήσει να βυθιστεί.
Μόνη αυτή τη φορά. Δίχως φιάλες.
Έστω για μια στιγμή.
Μπας και θυμηθεί.
Μπας και συνέλθει.

Μάταιο.
Λες και την είχε ξεβράσει το κύμα, σαν καράβι που εξόκειλε.
Κι εκείνη, όχι μόνο είχε ξοκείλει... αλλά έμοιαζε να έχει ρίξει κι άγκυρα.
Μην πάει και την ξανατραβήξει μέσα.
Το πάθος της.
Το λάθος της.
Η άμπωτη.
Ό,τι...

Η μέση του πονούσε τρομερά.
Είχε πιαστεί καμιά βδομάδα πριν, μετά το μπάνιο. Ψύξη.
Ή την ηλικίας του κουσούρια.
Κι οι δυο αγκώνες του.
Κι οι δύο όμως...
Συνεννοημένοι.
Κατηγορούσε τη δουλειά γι αυτό.
Τους άλλους που, κοπροσκύλιαζαν και έπεφτε όλο το βάρος της αποθήκης πάνω του.

Πήρε το χειριστήριο του PlayStation στα χέρια του και συνέχισε το παιχνίδι του.
Δε θα επέτρεπε να τον σκοτίσουν άλλο οι μαλακίες του Κόσμου.
Όχι για την επόμενη μισή ώρα, αν μη τι άλλο.
Στο επόμενο ματς παιζόταν η πρόκριση στους ομίλους. Δεν είναι να αστειεύεται κανείς με τέτοια πράγματα.
Άραγε, στο επόμενο Update, θα έβαζαν και το γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας ή μπα;

Η μυρωδιά από το ψάρι που έψηνε του είχε σπάσει τη μύτη...
Πεινούσε.
Και φυσικά, θα έτρωγε.
Η ομάδα είχε περάσει στην επόμενη φάση, οπότε μπορούσε να κάνει ένα διάλειμμα για φαγητό.
Τέντωσε τα χέρια του κι έτριψε ασυναίσθητα τον αριστερό του αγκώνα...
Πονούσε πολύ. Πάρα πολύ.
Παίζει και να είχε πάθει καμιά σοβαρή ζημιά και να μην το είχε πάρει χαμπάρι.

Έκατσε στον καναπέ, έβαλε μια ταινία να παίζει κι άρχισε να τσακίζει λαίμαργα το ψάρι.
Φιλέτα πέρκας, πανέ στο φούρνο.
Με μπόλικο λεμόνι.
Πόσους μήνες είχε να φάει;
Το τελευταίο φιλέτο θα πρέπει να το κατέβασε με δυο μπουκιές...

Κι εκεί... χάθηκε.



Ξύπνησε πολύ αργότερα.
Θα πρέπει να είχαν περάσει δυο ζωές.
Ίσως και τρίτη.
Άνοιξε ζαλισμένος τα μάτια και κοίταξε την ώρα.
Δώδεκα και σαρανταεπτά.
- "Ρε πούστη μου! Σαραντεφτά; Πότε πήγα κιόλας σαρανταεφτά!"
Έριξε μια ματιά γύρω του, να σιγουρευτεί ότι, δεν τον περιμένουν κι άλλες εκπλήξεις.
...
Όλα καλά.
Η ταινία είχε τελειώσει και το αρχικό μενού του DVD έπαιζε ξανά και ξανά, ποιος ξέρει εδώ και πόση ώρα. Σαρανταεφτά χρόνια μάλλον.
Το κομπιούτερ ανοικτό, το πιάτο στο πάτωμα, η χαρτοπετσέτα και το πιρούνι λίγο πιο πέρα, το μπουκάλι της κόκα κόλας, μισάνοικτο να έχει ποτίσει το κάλυμμα του καναπέ και το παράθυρο πίσω του... φυσικά είχε μείνει μισάνοικτο κι αυτό.
Εννοείται πως, τώρα, εκτός από τη μέση, τον πονούσε κι ο αυχένας με τόσο ρεύμα και υγρασία.
Έτριψε και πάλι τον αγκώνα του που, πονούσε ακόμα και μάζεψε το χάλι από το χαλί.
Έβαλε το ένα κινητό να φορτίζει και πήρε το άλλο στα χέρια του, γυρνώντας στον καναπέ.

Το δεύτερο κινητό δεν είχε κάρτα. Το είχε μόνο για παιχνίδια και να χαζεύει καμιά είδηση εδώ κι εκεί.

Την επόμενη στιγμή που κοίταξε την ώρα, είχε ήδη πάει δύο το πρωί.
Μία ώρα και... να παίζει αυτή τη μαλακία τα Busters.
Η μπαταρία τελείωνε ξανά, η συσκευή έκαιγε, ο σβέρκος του είχε λοκάρει σε μια στάση μόνο κι ο αγκώνας του τον είχε σκίσει στον πόνο.

Έριξε μια ματιά στα emails του, πλήρωσε λογαριασμούς και νοίκι μέσω internet banking και έβαλε το κινητό να φορτίζει ξανά, παίρνοντας το άλλο στο χέρι.
Το πέταξε πρόχειρα πάνω στον καναπέ και μπήκε στο μπάνιο να βουρτσίσει τα δόντια του.
Στα πεταχτά κι αυτό, μιας και υπέφερε κάθε που λύγιζε το χέρι.

Άνοιξε κι έστρωσε τον καναπέ για να κοιμηθεί.
Εδώ και τρεις μήνες δεν είχε αξιωθεί να πάρει μια γαμημένη σκάλα για να ανεβαίνει να κοιμάται σαν άνθρωπος στο κρεβάτι του.
Το είχε φτιάξει υπερυψωμένο και είχε χώσει από κάτω το γραφείο με το κομπιούτερ, PlayStation, τηλεόραση, ράφια, ηχοσυστήματα, φωτιστικά κι όλα τα καλά που θα ήθελε ένας... έφηβος να έχει όταν θα είναι πια πενήντα.

Το κρεβάτι το είχε φτιάξει εκεί πάνω ώστε να κερδίσει χώρο, μιας και η γκαρσονιέρα που νοίκιαζε, με το ζόρι χωρούσε αυτόν και τη μιζέρια του.
Κι εκείνος, εκτός από τη μιζέρια, είχε κουβαλήσει μαζί του όνειρα, ελπίδες, ιδέες, σκέψεις, μουσικές, χρώματα, λέξεις...
Πού να χωρέσουν όλα αυτά σε είκοσι τετραγωνικά;

Έσβησε φώτα, τσέκαρε κλειδαριά και ξάπλωσε παίρνοντας, τί άλλο, το κινητό στο χέρι.

Φυσικά και το πέταξε στο πάτωμα με τη μία.

Του ήταν αδύνατο να κρατήσει τον αγκώνα του λυγισμένο.
Κι η κλείδωση αυτή, πονούσε φρικτά.


Όπως επίσης, του ήταν αδύνατο να μην παραδεχτεί πως, η ζημιά στο χέρι του ήταν εξαιτίας του κάθε κινητού, τηλεκοντρόλ και χειριστηρίου που κρατούσε για ώρες ολόκληρες μαλακιζόμενος κάθε μέρα.
Κι η παραδοχή αυτή, πονούσε φρικτά.

Όπως επίσης, ήταν φανερό ότι, εκείνος ήταν που πλατσούριζε καθημερινά στα ρηχά του... ζώντας απωθημένα μιας άλλης ζωής, σα γέρος που αγόρασε Ferrari με το εφάπαξ.
Κι η παγίδα αυτή, πονούσε φρικτά.

Όπως επίσης, είχε συνειδητοποιήσει πως, εκείνη, όχι μόνο δεν πλατσούριζε αλλά έκανε βήματα μπροστά, έχοντας πάρει τη ζωή στα χέρια της, συνεχίζοντας από εκεί που το είχαν αφήσει και παρά τις όποιες ανησυχίες της, κοιτούσε το μέλλον όσο εκείνος αναμασούσε το πριν, κατηγορώντας εκείνη για να ακούει στην ουσία, αυτός.
Κι η ενοχή αυτή, πονούσε φρικτά.

- "Φρίκη μου... σε αγαπώ", ψιθύρισε κι έκλεισε τα μάτια, πριν καν ακούσει κι ο ίδιος τα λόγια του αυτά.

Ίσως, στον ύπνο του να έριχνε καμιά βουτιά.
Ίσως, στον ύπνο του και να ερχόταν εκείνη.
Να τον άρπαζε από το μαλλί... ή κι από το πόδι. Να τον ξεκολλήσει από την παραλία του και να τον σύρει πίσω στα βαθιά.
Και να τον αφήσει να βυθιστεί.
Μόνος αυτή τη φορά. Δίχως φιάλες.
Μπας και θυμηθεί.
Μπας και συνέλθει.




...απόσπασμα από τη ΣυνΛογή κειμένων "Η Επιστροφή", Γρ. Κρέζος 1969 -



Tuesday, 5 January 2016

* Όλα στην Φόρα

Ξεκίνησε να γράφει... σε τρίτο πρόσωπο.
Και πάλι.
Γνώριζε πολύ καλά πως, δεν έπειθε κανέναν κι ότι, κάθε του κείμενο φωτογράφιζε αυτόν και μόνο. Αλλά συνέχισε με τον ίδιο τρόπο. Και τώρα. Μετά από τόσο καιρό.

Η απογευματινή βροχή τον έφερε από άλλο δρόμο. Μια απογευματινή βροχή που, ήταν συνέχεια της πρωινής... κι η οποία ήταν συνέχεια της χθεσινοβραδυνής and to make the long story, short... έβρεχε εδώ και τρεις μέρες ασταμάτητα.
Έτσι, δεν πέρασε από την κάβα, για να μην κάνει κύκλο και κατευθύνθηκε σπίτι, με αποτέλεσμα να μην αγοράσει το αγαπημένο του ποτό. Στο ψυγείο είχε μόνο κρασί. Θα ήταν μάλλον αρκετό, για απόψε. 
Το σκεφτόταν από την ώρα που ξύπνησε.

Είχε καιρό να γράψει και ήταν σίγουρος πως, κάτι του έλειπε. Κι αυτό το κάτι ήταν το ότι, είχε τελειώσει η φιάλη με το ποτό του και δεν είχε δεήσει να αγοράσει ξανά. Είχε έμπνευση τώρα τελευταία αλλά η έλλειψη του συγκεκριμένου οινοπνεύματος τον κρατούσε μακρυά από το γραφείο και τον υπολογιστή του.
Τώρα βέβαια, όταν λέμε μακρυά, δεν εννοούμε περισσότερο από μισό μέτρο... μιας και το γραφείο του ήταν δίπλα στο κρεββάτι, στο οποίο χωνόταν με το που επέστρεφε σπίτι.

Χωνόταν... ούτε κι αυτό ακριβές. Ήταν καλοκαίρι και δεν χρησιμοποιούσε σκεπάσματα. Οπότε το "χωνόταν" ήταν υπερβολή. Ίσως, το "βούλιαζε" να ήταν πιο ακριβές, μιας και το επιπλέον βάρος του καλά κρατούσε.
Χα... σάμπως και το "Καλοκαίρι" κι αυτό υπερβολή δεν ήταν; Εκτός από μερικές μέρες που γαμήθηκε στη ζέστη, με κάτι σαραντάρια ξεγυρισμένα, το υπόλοιπο διάστημα περισσότερο φθινόπωρο προς αρχές χειμώνα θύμιζε παρά καλοκαίρι.

Ήπιε δυο γουλιές παγωμένο Sagria και χτύπησε απαλά τα πλήκτρα.
Πρώτα όριζε τη μορφοποίηση του κειμένου. Ξέρεις, τα βασικά. Επιλογή γραμματοσειράς, Μέγεθος χαρακτήρων, στοίχιση κειμένου.
Κι όταν πλέον θα τελείωνε το γράψιμο, θα έδινε στο κείμενο την οριστική μορφή του. Χρώμα, highlighting, συνοδευτική φωτογραφία...

Κι έτσι, η πρώτη λέξη εμφανίστηκε στην οθόνη του κειμενογράφου.
"Ξεκίνησε"

Τρίτο Πρόσωπο.
Κι ας μιλούσε για τον ίδιο του τον εαυτό.

Χα... Φράση κι αυτή!
Τον ίδιο του τον εαυτό...
Πόσο απλά αφήνει να εννοηθεί η ύπαρξη του άλλου εαυτού!
Άραγε, πόσοι το συνειδητοποιούν όταν την χρησιμοποιούν; Ή νομίζουν πως, είναι απλά και μόνο εμφατικός προσδιορισμός;
Διευκρίνιση είναι, κυρίες και κύριοι...
Ω, ναι.
Διευκρίνιση.

Ήταν ένα concept που τον βασάνιζε μέρες τώρα.
Αυτό με το Τρίτο Πρόσωπο στα κείμενά του. Και κάποιες φορές οι διάλογοι ήταν ανάμεσα στον ίδιο του τον εαυτό και στον άλλο του εαυτό, λες κι εκείνος ήταν κάπου κει δίπλα και τους παρακολουθούσε να τρώνε τα λυσσακά τους... κι απλά κατέγραφε τις σκηνές.
Ή και κάποιες φορές, όχι τόσο απλά.

Έψαχνε να βρει το λόγο που συνέβαινε αυτό. Έστω τον ένα από όλους τους λόγους, σε περίπτωση που ήταν περισσότεροι του ενός.
Αφού ο καθένας που διάβαζε τα κείμενά του, γνώριζε πολύ καλά ότι, αναφέρονται σε αυτόν, γιατί να μη μιλά σε Πρώτο Πρόσωπο; Όπως θα κρατούσε ένα ημερολόγιο, ας πούμε.
Δεν είχε να κρύψει και τίποτε άλλωστε.
Ίσα ίσα που, είχε ξεμπροστιάσει κάθε πτυχή του εαυτού του. Τα Θέλω του. Το Είναι του.
Ακόμα και το Δεν Είναι του.
Μέχρι και το καβλί του είχε κοτσάρει σε μια από τις αναρτήσεις του, μιας και χρησιμοποιούσε μόνο δικές του φωτογραφίες στο blog. Έτσι. Από σεβασμό στην πνευματική ιδιοκτησία των άλλων. Πέραν μερικών εξαιρέσεων που, αφορούσαν άλλα όργανα.
Μετρήσεων, για παράδειγμα. Βυθόμετρα, Υψόμετρα και όργανα Αθλοπαιδιών, από μια Παιδική Χαρά την οποία βρήκε στο διαδίκτυο, μιας κι εκείνη που είχε υπόψη του, ήταν γύρω στα δεκαπέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά. Στο σχολείο που πήγαινε μικρός που, ακόμα κι αν πραγματοποιούσε το ταξείδι στο χώρο, για να βγάλει ο ίδιος τη φωτογραφία, θα του ήταν αδύνατο, μάλλον, το ταξείδι στο χρόνο.
Η παιδική αυτή χαρά στο χωμάτινο αυλόγυρο είχε μετατραπεί σε τσιμεντένιο προαύλιο, στο μοντέρνο πλέον κτίριο που είχε αντικαταστήσει το παλιό Δημοτικό.

Όχι. Δεν είχε να κρύψει κάτι.
Τότε, γιατί;

Δυο γουλιές Sagria αργότερα κι ενώ είχε ήδη αρχίσει να ζεσταίνεται το κρασί, άρχισε να μπαίνει στο θέμα. Περνούσε βλέπεις η ώρα και την επόμενη μέρα θα έπρεπε να σηκωθεί από τις πέντε και μισή το πρωί.

Η μόνη εξήγηση λοιπόν, στην οποία είχε καταλήξει μέχρι στιγμής, ήταν το ότι, οι περισσότεροι άνθρωποι το έχουν πιο εύκολο να τα χώνουν σε άλλους, παρά στον εαυτό τους.
Παρά στον ίδιο τον εαυτό τους, για να ξέρουμε και περί τίνος μιλάμε.
Έτσι κι αυτός.
Βέβαια, το είχε προχωρήσει λίγο παραπέρα κι είχε γεννήσει κι έναν Τρίτο Εαυτό (ως Άνθρωπος που ένιωθε ότι είναι, ώρες ώρες).
Και λέω Τρίτο, επειδή είχε τον Ίδιο του τον Εαυτό, τον Άλλο του Εαυτό... κι έναν Τρίτο στον οποίο τα έχωνε.
Ο Ίδιος τα έχωνε στον Τρίτο, ο Άλλος τα έχωνε κι αυτός στον Τρίτο κι ο Τρίτος... Ο Τρίτος απλά τα άκουγε κι από τους δύο εδώ και χρόνια και γινόταν ρόμπα στο αναγνωστικό κοινό.

Και ξέρεις...
Αυτό το κόλπο είχε αρχίσει να πιάνει. Να λειτουργεί. Να βγαίνουν συμπεράσματα δηλαδή κι όχι απλά να ξεσπά και να ξεκαβλώνει όποτε είχε νεύρα και ψαχνόταν να ξεσπάσει σε κάποιον.
Μάλιστα... ο Άλλος του Εαυτός είχε αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά και μετά από τόσες μάχες, εκ των οποίων αρκετές υπήρξαν αιματηρές, είχε ρίξει και μπόι... Τον είχε φτάσει στο ύψος και πέραν του Τρίτου, είχε αρχίσει να καταφέρεται κι εναντίον του.
Εναντίον του Ίδιου του του Εαυτού.
Κι πλάκα είναι πως, βλέποντας αυτά, ο Τρίτος, είχε ξεθαρέψει και τσαμπουκαλευόταν τελευταία και είχε αρχίσει να του την λέει και δαύτος.

Δεν είχε ιδέα πού θα τον έβγαζε το αποψινό.
Μάλλον σε μια απλή συνειδητοποίηση, καθώς έδειχναν τα πράγματα, δίχως βαρύγδουπα quotes και πομπώδεις εκφράσεις.
Μια απλή συνειδητοποίηση πως, ο λόγος που έγραφε σε Τρίτο Πρόσωπο ήταν το ότι, δεν είχε ακόμη τα αρχίδια να βγει και να γράψει ως ο ίδιος του ο Εαυτός.

Δεν είχε τα αρχίδια να πει, "Ξεκίνησα να γράφω..."
Δεν είχε τα αρχίδια να πει, "Βουλιάζω στο στρώμα γιατί αγόρασα ένα φτηνό, πάνω στην ανάγκη και στη βιασύνη κι επειδή χτυπάω τριψήφιο νούμερο στο βάρος, το γαμημένο στρώμα ΜΟΥ, άρχισε να τα παίζει..."
Δεν είχε τα αρχίδια να πει, "Τα έχω κάνει και πάλι όλα πουτάνα, γιατί ο χρόνος περνά. Κι αν εγώ δεν πιστεύω στο Χρόνο, οι άλλοι πιστεύουν. Κι αν εγώ θέλω να συνΥπάρξω με τους άλλους και να συνΠορευτώ, θα πρέπει να την δω λιγάκι διαφορετικά. Θα πρέπει στην εξίσωσή μου να χρησιμοποιήσω μια Μεταβλητή για το Χρόνο κι όχι μια Σταθερά"

"Εγώ..."
"Όχι Εκείνος"
"Ούτε ο Άλλος"



"Εγώ..."

Παρόλα αυτά, συνέχισε και πάλι να γράφει σε τρίτο πρόσωπο... έχοντας πλέον τελειώσει το κρασάκι του. Έχοντας ρίξει τα μπινελίκια του στον Τρίτο. Έχοντας ακούσει κι ο Ίδιος τα δικά του. Και το αναγνωστικό κοινό του, για μία ακόμη φορά, να έχει ρίξει μια κλεφτή ματιά στα σώψυχά του.
Τί κλεφτή ματιά δηλαδή;
Αφού όλα στην φόρα ήταν.

Όπως πάντα. Τίποτα κρυφό.
Όλα στην φόρα.




...απόσπασμα από τη ΣυνΛογή κειμένων "Η Επιστροφή", Γρ. Κρέζος 1969 -



Sunday, 20 December 2015

* Αρχές Απόγνωσης...

Ήταν η τέταρτη φορά που έπεφτε σε κατάσταση σοκ, τα τελευταία τρία χρόνια.
Το κορμί του τιναζόταν από βίαιους σπασμούς, τα δόντια του κτυπούσαν δυνατά και κρύωνε. Κρύωνε πάρα πολύ!
Μόλις και μετά βίας πρόλαβε να φτάσει μέχρι την κουζίνα, να πάρει το μπουκαλάκι του από το ψυγείο και να γυρίσει στο κρεβάτι του, πριν καταρρεύσει.

Διψούσε πολύ βλέπεις. Πάρα πολύ.
Λογικό... αφού είχε κατεβάσει ψητά κοτόπουλα και πατάτες πάλι.
Η σαλάτα που είχε φτιάξει, σάπιζε στο ψυγείο μέρα με τη μέρα και το έτοιμο φαγητό, από τα κοντινά εστιατόρια είχε γίνει κακιά συνήθεια πλέον.
Τίποτα όμως δεν τον είχε προετοιμάσει για εκείνο που θα ακολουθούσε.
Με το που σηκώθηκε από το κρεββάτι κι έκανε τα πρώτα βήματα, ένιωσε πως, δεν ήταν και τόσο σόι. Ένα ρίγος, με φορά από τον αυχένα του, μέχρι χαμηλά στη σπονδυλική του στήλη. Μια ανατριχίλα λες και είχε δει φάντασμα και δόντια που, κροτάλιζαν ανεξέλεγκτα.

Γνώριμο συναίσθημα, βέβαια.

Χώθηκε γρήγορα κάτω από τα σκεπάσματά του και κουλουριάστηκε, λες και ήταν κάνα σκουλήκι ή σκαντζόχοιρος ή δεν ξέρω κι εγώ τί. Κάτι, τέλος πάντων, από εκείνα τα ζωντανά που κρύβονται μέσα στο ίδιο τους το σώμα, σαν νιώσουν τη ζωή τους να απειλείται.

Κι εκείνος, τώρα δα... αυτό φοβόταν.

Ήταν μόνος.
Εντελώς μόνος.
Αν πάθαινε κάτι μες στη νύχτα, δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος να τρέξει για βοήθεια.

Έκλεισε τα μάτια και μουρμούρησε μια προσευχή.
Την είχε πρόχειρη μιας και τελευταία, κάτι ψιλοανακοπές, τις πάθαινε από όλα αυτά που κατέβαζε.





Ξύπνησε τέσσερις μήνες μετά. Μούσκεμα στον ιδρώτα. Πιο πολύ το μαξιλάρι δηλαδή κι όχι τόσο το υπόλοιπο κορμί, αφού κοιμόταν πάντα ξεσκέπαστος, γυμνός...
Αυτήν όμως τη ρημάδα, τη νυχτερινή εφίδρωση, την είχε εδώ και χρόνια. Από τότε. Με τον καρκίνο. Και πάντα στο κεφάλι. Ήταν δεν ήταν κουρεμένος, χειμώνα - καλοκαίρι το κεφάλι του ίδρωνε πολύ. Είχε πετάξει καμιά δεκαριά μαξιλάρια ως τώρα.
Ακόμα και τα πολύ ακριβά, ανατομικά που είχε πάρει.
Μαλακία, αν το σκεφτείς, γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αγοράσει προστατευτικές μαξιλαροθήκες, σαν κι εκείνες που του είχε αγοράσει η γυν...

Έκλεισε τα μάτια του ξανά.
Αυτή τη φορά, όχι για να κοιμηθεί, μα για να προσπεράσουν τα φαντασματάκια που, άρχισαν να καταφθάνουν ενόσω εκείνος σχημάτιζε την προηγούμενή του σκέψη.

Η φασαρία έσβησε σιγά σιγά κι εκείνος επανήλθε στην πραγματικότητα...
Χα! Λες κι οι μνήμες δεν είναι πραγματικότητα.

Αλήθεια, είναι;

Έριξε άλλη μια ματιά τριγύρω του. Κάτι δεν κολλούσε.
Κάτι δεν...
Θυμόταν πολύ καλά πως, είχε κουκουλωθεί ως τα αυτιά γιατί τον είχαν πιάσει ρίγη.
Και τώρα... Τώρα ιδρωμένος, τα σκεπάσματα στο πάτωμα και μια τεράστια λαχτάρα για...
...για φρουτοσαλάτα;

- "Ρε πούστη μου! Τί διάλο...", μουρμούρησε χαμένος, με το βλέμμα του να πέφτει μια στο παράθυρο και μια στο ρολόι του κινητού.

Όλα καλά με την ώρα.
Μεσημέρι ένιωθε, μεσημέρι ήταν.

Εκείνο που, δεν πήγαινε καλά, ήταν τελικά... η ημερομηνία.

Για κάποιο λόγο, το κινητό του έδειχνε "20 Dec 2015"!
Άνοιξε στα γρήγορα τον υπολογιστή.

Δευτερόλεπτα μετά, η επιβεβαίωση του έκατσε κάπως βαριά στο στομάχι. Και στην καρδιά. Και στο θολωμένο του μυαλό.
Και στον αυχένα που, δεν περιστρεφόταν πλέον με τίποτα.
Μόνο μπροστά.
Ευθεία.

Στην οθόνη του υπολογιστή.

Είκοσι Δεκεμβρίου, ήδη!
Καλά, πού είχε χαθεί τόσους μήνες; Πόσο καιρό κοιμόταν; Ήταν άρρωστος; Είχε κάποιο ατύχημα; Ήταν στο νοσοκομείο; Σε κώμα μήπως; Είχε τρελαθεί;
Κι αυτή η λαχτάρα για φρουτοσαλάτα, από πού στο διάλο ξεφύτρωσε;
Αφού, το τελευταίο που θυμόταν ήταν να τσακίζει μισό ψητό κοτόπουλο και μια διπλή μερίδα πατάτες από το Oporto. Φρούτα, μόνο καταλάθος, μέσα σε κάνα κέικ αν θα έτρωγε...

Ο πάγκος της κουζίνας ήρθε κι έκατσε σαν κερασάκι στην τούρτα της φρίκης του.
Παρόλο που δεν είχε κερασάκια, είχε μια τεράστια φρουτιέρα, η οποία δεν του θύμιζε το παραμικρό και μέσα της υπήρχαν, τρεις μπανάνες, καμιά δεκαριά βερύκοκα, ακτινίδια κι αχλάδια...
Στο δε ψυγείο, το οποίο το άνοιξε αμέσως μετά κι έχοντας κάνει ήδη την προσευχή του για να βρει λίγη παγωμένη πίτσα, λίγο χτεσινό κοτόπουλο, λίγο από οτιδήποτε junk που να ταιριάζει στα όσα θυμόταν για τον εαυτό του ρε διάολε... υπήρχαν δυο μικρά πλαστικά κεσεδάκια με blueberries!

Έκανε δυο βήματα πίσω και στηρίχτηκε στο νεροχύτη...
Τελικά, η φρίκη του δεν ήταν που δε θυμόταν.
Η φρίκη του ήταν ότι, ο οργανισμός του λαχταρούσε να τα σκίσει.
Τα φρούτα.
Ποιος;
Αυτός!




Σίγουρα δεν κοιμόταν.
Σίγουρα δεν ονειρευόταν.
Σίγουρα..
Πόσο σίγουρο είναι αυτό το Σίγουρα πια;


Και πόσες φορές, τώρα που το καλοσκεφτόταν, δεν είχε πιάσει τον εαυτό του "αλλού";
Να ξυπνάει ή έστω να ανοιγοκλείνει τα μάτια και να βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου;
Να είναι άλλος;
Να είναι κάποιος παλιός ή επόμενος εαυτός του;
Ή ακόμα κι εντελώς διαφορετικός από αυτό που ήταν;
Και στην τελική, τί ήταν; Ποιος ήταν;
Πού ήταν;

Αλήθεια... Πού ήταν;
Α, ναι. Αυστραλία ήταν.
Αυτό το θυμήθηκε σχετικά γρήγορα. Ένιωθε ολίγον από πατρίδα πλέον.

Γιατί, στο κάτω κάτω, τί είναι πατρίδα ρε φίλε; Αν όχι ο τόπος που, σε αγκαλιάζει και σου δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσεις, τότε τί;

Στο κάτω κάτω...
Γιατί, στο πάνω πάνω, πατρίδα μέσα του ήταν ακόμα κι εκείνη η άλλη. Με το Π κεφαλαίο.

Χα... Πατρίδα με κεφαλαίο π!
Και την πουτάνα τη γράφεις με κεφαλαίο π άμα θες.
Κι η συγκεκριμένη Πατρίδα είχε γίνει η πουτάνα του Κεφαλαίου.

Εδώ και χρόνια.

Μα, αυτό δεν ήταν το θέμα του τώρα δα.
Το θέμα του ήταν πώς διάλο ή πού διάλο είχε χαθεί τόσους μήνες και ξύπνησε τώρα.
Πώς είχαν αλλάξει τόσο απότομα, τόσο ξαφνικά, τα γούστα κι οι συνήθειές του και πόσα άλλα είχαν συμβεί που δε θυμόταν...

Το ότι, μέσα στο ντουλάπι βρήκε κονσέρβες τόνο και μούσλι, διόλου τον παραξένεψε.
Μετά από αυτό το σοκ, ήταν σίγουρος πως, κάπου μέσα στο δωμάτιό του, θα έπαιζαν και τίποτε βαράκια ή καμιά άλλη μαλακία στην οποία θα είχε αρχίσει να επιδίδεται δίχως να το θυμάται.

Ω, ναι... Στην τσάντα της δουλειάς του, έπαιζαν δυο hand grips!

Ώρα θα 'ταν τώρα, να είχε και καμιά συνδρομή σε κάνα γυμναστήριο και να μην το θυμόταν.

Έριξε πάνω του ένα μπλουζάκι κι έψαξε να βρει τα αγαπημένα του σορτς.
Ήθελε να βγει έξω. Να κάνει ένα τσιγάρο. Να ξεθολώσει λίγο...
Ρε, μπας κι είχε κόψει και το τσιγάρο;
Όχι. Το πακέτο ήταν στην κάτω αριστερά τσέπη που το έβαζε πάντα. Πάλι καλά...
Αν και, δε θα έλεγε όχι στο να είχε κόψει τούτο το συνήθειο που ξανάρχισε από πέρσι, έπειτα από εγκράτεια εννέα ετών.




Δυο βήματα αργότερα, βρισκόταν σωριασμένος στο πάτωμα...
Το σορτσάκι του κυλιόταν κι αυτό, στους αστραγάλους.

Καλά ρε πούστη;
Πόσα κιλά είχε χάσει;




...απόσπασμα από τη ΣυνΛογή κειμένων "Η Επιστροφή", Γρ. Κρέζος 1969 -




Thursday, 12 November 2015

* Αργείς...

Κοίταξε μια τελευταία φορά το κινητό του, πριν μπει για ντους...
Τίποτα.

Ήταν δεν ήταν καμιά ώρα που, είχε στείλει μήνυμα στον Άλλον, αλλά απάντηση καμία.
Ούτε καν αναφορά παράδοσης δεν είχε λάβει.
- "Έχει γούστο...", μονολόγησε και το πέταξε πάνω στο κρεββάτι.
Το κινητό αναπήδησε φυσικά κι έπεσε στο πάτωμα.

Το είχε κόλλημα από το στρατό. Ξέρεις. Αυτό με το στρωμένο κρεββάτι.
Για την ακρίβεια, κόλλημα με το στρωμένο, τσίτα, κρεββάτι που, ό,τι κι αν έριχνες πάνω του, χοροπηδούσε σαν σε τραμπολίνο...
Του είχε γίνει συνήθειο και το έβρισκε απόλυτα φυσιολογικό. Δεν του έπαιρνε και πολλή ώρα άλλωστε. Παρόλο που, κάθε πρωί κουραζόταν και μόνο στην ιδέα...
Όμως, με το που έπιανε τις δυο άκρες των σκεπασμάτων, μέσα σε δευτερόλεπτα, το είχε ήδη στρώσει. Στρατιωτικά...
Περνούσε βέβαια τις φάσεις του και μια στο τόσο, ούτε που έδινε μεγάλη σημασία...
Ακόμα κι όταν τύχαινε να κοιμηθεί σε άλλο σπίτι, ακόμα και σε ξενοδοχείο, το άφηνε πάντα τακτοποιημένο.
Ε, καλά... Τις περισσότερες φορές.

Το κινητό έμεινε στο πάτωμα κι εκείνος μπήκε για ντους.
Άλλη μια απίστευτα υγρή μέρα. Και το περπάτημα από τη δουλειά στο σπίτι, έμοιαζε αγγαρεία. Κι όσο περνούσε ο καιρός, το σκεφτόταν πολύ σοβαρά να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές. Ριζικές και... Κλαδικές.
Ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.

Εδώ που τα λέμε... όταν σκεφτόταν κάτι πολύ σοβαρά, συνήθως δεν έκανε το παραμικρό ή... του έπαιρνε πολύ, πάρα πολύ μέχρι να το πραγματοποιήσει.
'Πραγματοποιήσει' είπα;
'Να το ξεκινήσει καν' ήθελα να πω...

Ήταν από εκείνους που, σε μια στιγμή, μπορούσε να βρεθεί στην άλλη άκρη του πλανήτη, έτσι. Επειδή του το ψιθύρισε ή του το ούρλιαξε η καρδιά του. Σάμπως, πώς είχε βρεθεί εδώ;
Ή εκεί;
Όταν όμως προγραμμάτιζε, ακόμα και το να πάει για τα ψώνια της ημέρας ή της βδομάδας, ήταν ικανός να το αναβάλει επ' άπειρον. Με το ψυγείο του να μένει άδειο για μέρες. Για να μην πω 'βδομάδες' και τον εκθέσω.

Έτσι και με τη δουλειά. Ή το σπίτι που έμενε.
Κάτι δεν του πήγαινε κι έπρεπε να το αλλάξει.
Γιατί βλέπεις... δεν ήταν από εκείνους που διορθώνουν πράγματα, όταν εμπλέκονται Τρίτοι.
Πίστευε πως, ο καθένας οφείλει να ταΐζει τους δικούς του Δαήμονες, μέχρι να καεί ή να τους κάψει και δεν υπήρχε κανείς λόγος να ασχοληθεί με 'ανθρώπους' οι οποίοι δεν ήταν κομμάτι της αποστολής του. Της 'δουλειάς' του, όπως συνήθιζε να λέει.
Απλά, προσπερνούσε, πότε χαλαρά κι αδιάφορα και πότε προκαλώντας μεγάλο κρότο και συνέχιζε την πορεία του.

Κάπως έτσι το έκοβε και τώρα.
Είχε μια αποστολή, την οποία ήθελε να φέρει εις πέρας και δεν υπήρχε περίπτωση να μπει σε διαδικασία εξομάλυνσης της υπάρχουσας κατάστασης.
Αποθέματα υπομονής είχε αρκετά, στο κάτω κάτω.
Άλλο ήταν το θέμα του τώρα.
Και μάλιστα, είχε προκύψει ακριβώς με τον τρόπο που είχαν προβλέψει εδώ και καιρό.
Κι ας έμοιαζε να σκάει από το πουθενά...

Γι αυτό και είχε ανάγκη να του μιλήσει.
Για αυτό και του είχε στείλει μήνυμα φεύγοντας από την εταιρία.
Ήλπιζε πως, θα είχε απάντηση μέχρι να επιστρέψει.
Μόνο που...
Μόνο που, δεν είχε καν λάβει αναφορά παράδοσης.
Δεν ήθελε να τον πάρει τηλέφωνο. Ήταν μια από τις συμφωνίες τους, την οποία σέβονταν κι οι δυο, όσο καμία άλλη.

Κάθε φορά που ο ένας είχε την ανάγκη του άλλου, έστελναν απλά ένα μήνυμα.
Όσο φλέγον κι αν ήταν το ζήτημα που απασχολούσε τον καθένα τους.
Ούτε που θυμόταν ποιος το είχε προτείνει. Ούτε κι είχε σημασία μάλλον.
Απλά, το τηρούσαν.
Λένε πως, η πιο ισχυρή σχέση είναι η αντρική φιλία.
Ίσως και να ήταν έτσι.
Αυτοί οι δυο βέβαια, δεν ήταν κι οι καλύτεροι φίλοι, μα το μόνο σίγουρο ήταν πως, αν πέθαινε ο ένας, θα τον ακολουθούσε κι ο άλλος!
Την ίδια στιγμή.
Και δίχως πολλά πολλά.

Ξέρω. Ακούγεται υπερβολικό...
Όμως, γνωρίζω καλά και τους δυο και η κουβέντα μου αυτή είναι πολύ μετρημένη.

Κρέμασε την πετσέτα του μπάνιου, γκρινιάζοντας...
Φρεσκοπλυμένη, ρε πούστη μου, αλλά είχε τόση υγρασία που, δεν υπήρχε περίπτωση να στεγνώσει, ακόμα κι αν την άπλωνε έξω, μιας και έβρεχε εδώ και ώρα. Στεγνωτήριο, δεν έπαιζε στο μαλακόσπιτο που είχει επιλέξει να μείνει, οπότε, θα την έβαζε ξανά για πλύσιμο το πρωί, μαζί με την υπόλοιπη μπουγάδα που του είχε απομείνει...
Σιχαινόταν τις πετσέτες που έμεναν υγρές...
Αν δεν προλάβαινε να στεγνώσει η μία από ντους σε ντους, βουτούσε άλλη.
Γι αυτό και ξέμενε συχνά. Γι αυτό και υπήρξαν φορές που, είχε σκουπιστεί με κάποιο μπλουζάκι, βγαίνοντας από το μπάνιο...
Γιατί, διάολε, πόσες πετσέτες μπορεί να έχει κάποιος πια;

Γύρισε στο δωμάτιο και μάζεψε το κινητό από το πάτωμα.
- "Ξεκάβλωσες, μαλακισμένο;", φώναξε στο κινητό του, λες κι εκείνο έφταιγε που είχε πέσει στο πάτωμα.

Μήνυμα, φυσικά, δεν είχε έρθει.
Είχε έρθει όμως η αναφορά παράδοσης.
Αν μη τι άλλο, το μήνυμα είχε βρει τον παραλήπτη.
Το μόνο που μπορούσε να κάνει πλέον, ήταν το να περιμένει την απάντησή του.
Ή μια του κλήση.

Τα μάτια του έτσουζαν.
Νύσταζε πολύ.
Τον τελευταίο καιρό, οι ώρες που δούλευε ήταν πολύ ανάποδες για τα δεδομένα του.
Πόσο καιρό είχε να ξεκουραστεί;
Ένα χρόνο; Μια μέρα; Μια βδομάδα;
Ζωές ολόκληρες;

Από τη φωτιά στον πάγο και πάλι πίσω. Ναι. Εντάξει.
Έτσι ήταν. Έτσι είχε γεννηθεί. Έτσι είχε μεγαλώσει. Έτσι πορευόταν ως τώρα.
Μα για πόσο;
Τα χρόνια περνούσαν και σε ετούτη την πίστα που, είχε επιλέξει να γίνει η συνάντησή τους, το μόνο δεδομένο, η μόνη σταθερά, μέσα στην άβυσσο των μεταβλητών που απαρτίζαν την εξίσωσή τους, ήταν η περατότητα του Χρόνου.

'Να ζήσει τα Ανθρώπινα' δεν είχε επιλέξει;
Και μάλιστα, επί λέξη;
Αναμενόμενα όλα, λοιπόν.

Πήρε στα χέρια του το τετράδιο σημειώσεων.
Ταλαιπωρημένο, κιτρινισμένο και με λιγοστές σελίδες να έχουν απομείνει.
Νομίζω πως, ήταν κατοστάφυλλο.
"ΔΙΕΘΝΕΣ" έλεγε στην ετικέττα του...

...μα, φυσικά. Τί άλλο;
 Γι αυτό και είχε γυρίσει τον Κόσμο.
'Αναποδογυρίσει', για να είμαστε κι ακριβείς.

Τη συγκεκριμένη εξίσωση, την πάλευε με μολύβι και χαρτί.
Και δίχως γομολάστιχα. Δε διόρθωνε τα λάθη του.
Απλά, ξεκινούσε από την αρχή, φροντίζοντας να μην τα επαναλάβει.
Κάτι, το οποίο δεν του έβγαινε πάντα.

Αυτή τη φορά, δεν ήθελε να σκίσει τη σελίδα και να ξεκινήσει άλλη.
Ούτε ήταν έτοιμος ούτε πρόθυμος να κάνει κάτι τέτοιο.
Στην τελική, γνώριζε πολύ καλά τί ήταν να κάνει.
Απλά, δε μπορούσε να θυμηθεί ποιο από όλα τα Αξιώματα έπρεπε να χρησιμοποιήσει.

Γι αυτό και είχε ανάγκη τον Άλλο.
Ο Άλλος ήταν πολύ καλύτερος σε Αυτά.
Κι Αυτός ήταν πολύ καλύτερος στα Άλλα.

Κάπου μέσα στο χάσιμο της Σκέψης του, το κινητό του χτύπησε... κι από τη λαχτάρα του να το αρπάξει, το έριξε και πάλι στο πάτωμα.




Ήταν ο Άλλος.
- "Giussepe Peano", του είπε και του το έκλεισε στα μούτρα...




...απόσπασμα από τη ΣυνΛογή κειμένων "Η Επιστροφή", Γρ. Κρέζος 1969 -