Showing posts with label ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ. Show all posts
Showing posts with label ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ. Show all posts

Tuesday, 5 January 2016

* Όλα στην Φόρα

Ξεκίνησε να γράφει... σε τρίτο πρόσωπο.
Και πάλι.
Γνώριζε πολύ καλά πως, δεν έπειθε κανέναν κι ότι, κάθε του κείμενο φωτογράφιζε αυτόν και μόνο. Αλλά συνέχισε με τον ίδιο τρόπο. Και τώρα. Μετά από τόσο καιρό.

Η απογευματινή βροχή τον έφερε από άλλο δρόμο. Μια απογευματινή βροχή που, ήταν συνέχεια της πρωινής... κι η οποία ήταν συνέχεια της χθεσινοβραδυνής and to make the long story, short... έβρεχε εδώ και τρεις μέρες ασταμάτητα.
Έτσι, δεν πέρασε από την κάβα, για να μην κάνει κύκλο και κατευθύνθηκε σπίτι, με αποτέλεσμα να μην αγοράσει το αγαπημένο του ποτό. Στο ψυγείο είχε μόνο κρασί. Θα ήταν μάλλον αρκετό, για απόψε. 
Το σκεφτόταν από την ώρα που ξύπνησε.

Είχε καιρό να γράψει και ήταν σίγουρος πως, κάτι του έλειπε. Κι αυτό το κάτι ήταν το ότι, είχε τελειώσει η φιάλη με το ποτό του και δεν είχε δεήσει να αγοράσει ξανά. Είχε έμπνευση τώρα τελευταία αλλά η έλλειψη του συγκεκριμένου οινοπνεύματος τον κρατούσε μακρυά από το γραφείο και τον υπολογιστή του.
Τώρα βέβαια, όταν λέμε μακρυά, δεν εννοούμε περισσότερο από μισό μέτρο... μιας και το γραφείο του ήταν δίπλα στο κρεββάτι, στο οποίο χωνόταν με το που επέστρεφε σπίτι.

Χωνόταν... ούτε κι αυτό ακριβές. Ήταν καλοκαίρι και δεν χρησιμοποιούσε σκεπάσματα. Οπότε το "χωνόταν" ήταν υπερβολή. Ίσως, το "βούλιαζε" να ήταν πιο ακριβές, μιας και το επιπλέον βάρος του καλά κρατούσε.
Χα... σάμπως και το "Καλοκαίρι" κι αυτό υπερβολή δεν ήταν; Εκτός από μερικές μέρες που γαμήθηκε στη ζέστη, με κάτι σαραντάρια ξεγυρισμένα, το υπόλοιπο διάστημα περισσότερο φθινόπωρο προς αρχές χειμώνα θύμιζε παρά καλοκαίρι.

Ήπιε δυο γουλιές παγωμένο Sagria και χτύπησε απαλά τα πλήκτρα.
Πρώτα όριζε τη μορφοποίηση του κειμένου. Ξέρεις, τα βασικά. Επιλογή γραμματοσειράς, Μέγεθος χαρακτήρων, στοίχιση κειμένου.
Κι όταν πλέον θα τελείωνε το γράψιμο, θα έδινε στο κείμενο την οριστική μορφή του. Χρώμα, highlighting, συνοδευτική φωτογραφία...

Κι έτσι, η πρώτη λέξη εμφανίστηκε στην οθόνη του κειμενογράφου.
"Ξεκίνησε"

Τρίτο Πρόσωπο.
Κι ας μιλούσε για τον ίδιο του τον εαυτό.

Χα... Φράση κι αυτή!
Τον ίδιο του τον εαυτό...
Πόσο απλά αφήνει να εννοηθεί η ύπαρξη του άλλου εαυτού!
Άραγε, πόσοι το συνειδητοποιούν όταν την χρησιμοποιούν; Ή νομίζουν πως, είναι απλά και μόνο εμφατικός προσδιορισμός;
Διευκρίνιση είναι, κυρίες και κύριοι...
Ω, ναι.
Διευκρίνιση.

Ήταν ένα concept που τον βασάνιζε μέρες τώρα.
Αυτό με το Τρίτο Πρόσωπο στα κείμενά του. Και κάποιες φορές οι διάλογοι ήταν ανάμεσα στον ίδιο του τον εαυτό και στον άλλο του εαυτό, λες κι εκείνος ήταν κάπου κει δίπλα και τους παρακολουθούσε να τρώνε τα λυσσακά τους... κι απλά κατέγραφε τις σκηνές.
Ή και κάποιες φορές, όχι τόσο απλά.

Έψαχνε να βρει το λόγο που συνέβαινε αυτό. Έστω τον ένα από όλους τους λόγους, σε περίπτωση που ήταν περισσότεροι του ενός.
Αφού ο καθένας που διάβαζε τα κείμενά του, γνώριζε πολύ καλά ότι, αναφέρονται σε αυτόν, γιατί να μη μιλά σε Πρώτο Πρόσωπο; Όπως θα κρατούσε ένα ημερολόγιο, ας πούμε.
Δεν είχε να κρύψει και τίποτε άλλωστε.
Ίσα ίσα που, είχε ξεμπροστιάσει κάθε πτυχή του εαυτού του. Τα Θέλω του. Το Είναι του.
Ακόμα και το Δεν Είναι του.
Μέχρι και το καβλί του είχε κοτσάρει σε μια από τις αναρτήσεις του, μιας και χρησιμοποιούσε μόνο δικές του φωτογραφίες στο blog. Έτσι. Από σεβασμό στην πνευματική ιδιοκτησία των άλλων. Πέραν μερικών εξαιρέσεων που, αφορούσαν άλλα όργανα.
Μετρήσεων, για παράδειγμα. Βυθόμετρα, Υψόμετρα και όργανα Αθλοπαιδιών, από μια Παιδική Χαρά την οποία βρήκε στο διαδίκτυο, μιας κι εκείνη που είχε υπόψη του, ήταν γύρω στα δεκαπέντε χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά. Στο σχολείο που πήγαινε μικρός που, ακόμα κι αν πραγματοποιούσε το ταξείδι στο χώρο, για να βγάλει ο ίδιος τη φωτογραφία, θα του ήταν αδύνατο, μάλλον, το ταξείδι στο χρόνο.
Η παιδική αυτή χαρά στο χωμάτινο αυλόγυρο είχε μετατραπεί σε τσιμεντένιο προαύλιο, στο μοντέρνο πλέον κτίριο που είχε αντικαταστήσει το παλιό Δημοτικό.

Όχι. Δεν είχε να κρύψει κάτι.
Τότε, γιατί;

Δυο γουλιές Sagria αργότερα κι ενώ είχε ήδη αρχίσει να ζεσταίνεται το κρασί, άρχισε να μπαίνει στο θέμα. Περνούσε βλέπεις η ώρα και την επόμενη μέρα θα έπρεπε να σηκωθεί από τις πέντε και μισή το πρωί.

Η μόνη εξήγηση λοιπόν, στην οποία είχε καταλήξει μέχρι στιγμής, ήταν το ότι, οι περισσότεροι άνθρωποι το έχουν πιο εύκολο να τα χώνουν σε άλλους, παρά στον εαυτό τους.
Παρά στον ίδιο τον εαυτό τους, για να ξέρουμε και περί τίνος μιλάμε.
Έτσι κι αυτός.
Βέβαια, το είχε προχωρήσει λίγο παραπέρα κι είχε γεννήσει κι έναν Τρίτο Εαυτό (ως Άνθρωπος που ένιωθε ότι είναι, ώρες ώρες).
Και λέω Τρίτο, επειδή είχε τον Ίδιο του τον Εαυτό, τον Άλλο του Εαυτό... κι έναν Τρίτο στον οποίο τα έχωνε.
Ο Ίδιος τα έχωνε στον Τρίτο, ο Άλλος τα έχωνε κι αυτός στον Τρίτο κι ο Τρίτος... Ο Τρίτος απλά τα άκουγε κι από τους δύο εδώ και χρόνια και γινόταν ρόμπα στο αναγνωστικό κοινό.

Και ξέρεις...
Αυτό το κόλπο είχε αρχίσει να πιάνει. Να λειτουργεί. Να βγαίνουν συμπεράσματα δηλαδή κι όχι απλά να ξεσπά και να ξεκαβλώνει όποτε είχε νεύρα και ψαχνόταν να ξεσπάσει σε κάποιον.
Μάλιστα... ο Άλλος του Εαυτός είχε αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά και μετά από τόσες μάχες, εκ των οποίων αρκετές υπήρξαν αιματηρές, είχε ρίξει και μπόι... Τον είχε φτάσει στο ύψος και πέραν του Τρίτου, είχε αρχίσει να καταφέρεται κι εναντίον του.
Εναντίον του Ίδιου του του Εαυτού.
Κι πλάκα είναι πως, βλέποντας αυτά, ο Τρίτος, είχε ξεθαρέψει και τσαμπουκαλευόταν τελευταία και είχε αρχίσει να του την λέει και δαύτος.

Δεν είχε ιδέα πού θα τον έβγαζε το αποψινό.
Μάλλον σε μια απλή συνειδητοποίηση, καθώς έδειχναν τα πράγματα, δίχως βαρύγδουπα quotes και πομπώδεις εκφράσεις.
Μια απλή συνειδητοποίηση πως, ο λόγος που έγραφε σε Τρίτο Πρόσωπο ήταν το ότι, δεν είχε ακόμη τα αρχίδια να βγει και να γράψει ως ο ίδιος του ο Εαυτός.

Δεν είχε τα αρχίδια να πει, "Ξεκίνησα να γράφω..."
Δεν είχε τα αρχίδια να πει, "Βουλιάζω στο στρώμα γιατί αγόρασα ένα φτηνό, πάνω στην ανάγκη και στη βιασύνη κι επειδή χτυπάω τριψήφιο νούμερο στο βάρος, το γαμημένο στρώμα ΜΟΥ, άρχισε να τα παίζει..."
Δεν είχε τα αρχίδια να πει, "Τα έχω κάνει και πάλι όλα πουτάνα, γιατί ο χρόνος περνά. Κι αν εγώ δεν πιστεύω στο Χρόνο, οι άλλοι πιστεύουν. Κι αν εγώ θέλω να συνΥπάρξω με τους άλλους και να συνΠορευτώ, θα πρέπει να την δω λιγάκι διαφορετικά. Θα πρέπει στην εξίσωσή μου να χρησιμοποιήσω μια Μεταβλητή για το Χρόνο κι όχι μια Σταθερά"

"Εγώ..."
"Όχι Εκείνος"
"Ούτε ο Άλλος"



"Εγώ..."

Παρόλα αυτά, συνέχισε και πάλι να γράφει σε τρίτο πρόσωπο... έχοντας πλέον τελειώσει το κρασάκι του. Έχοντας ρίξει τα μπινελίκια του στον Τρίτο. Έχοντας ακούσει κι ο Ίδιος τα δικά του. Και το αναγνωστικό κοινό του, για μία ακόμη φορά, να έχει ρίξει μια κλεφτή ματιά στα σώψυχά του.
Τί κλεφτή ματιά δηλαδή;
Αφού όλα στην φόρα ήταν.

Όπως πάντα. Τίποτα κρυφό.
Όλα στην φόρα.




...απόσπασμα από τη ΣυνΛογή κειμένων "Η Επιστροφή", Γρ. Κρέζος 1969 -



Sunday, 20 December 2015

* Αρχές Απόγνωσης...

Ήταν η τέταρτη φορά που έπεφτε σε κατάσταση σοκ, τα τελευταία τρία χρόνια.
Το κορμί του τιναζόταν από βίαιους σπασμούς, τα δόντια του κτυπούσαν δυνατά και κρύωνε. Κρύωνε πάρα πολύ!
Μόλις και μετά βίας πρόλαβε να φτάσει μέχρι την κουζίνα, να πάρει το μπουκαλάκι του από το ψυγείο και να γυρίσει στο κρεβάτι του, πριν καταρρεύσει.

Διψούσε πολύ βλέπεις. Πάρα πολύ.
Λογικό... αφού είχε κατεβάσει ψητά κοτόπουλα και πατάτες πάλι.
Η σαλάτα που είχε φτιάξει, σάπιζε στο ψυγείο μέρα με τη μέρα και το έτοιμο φαγητό, από τα κοντινά εστιατόρια είχε γίνει κακιά συνήθεια πλέον.
Τίποτα όμως δεν τον είχε προετοιμάσει για εκείνο που θα ακολουθούσε.
Με το που σηκώθηκε από το κρεββάτι κι έκανε τα πρώτα βήματα, ένιωσε πως, δεν ήταν και τόσο σόι. Ένα ρίγος, με φορά από τον αυχένα του, μέχρι χαμηλά στη σπονδυλική του στήλη. Μια ανατριχίλα λες και είχε δει φάντασμα και δόντια που, κροτάλιζαν ανεξέλεγκτα.

Γνώριμο συναίσθημα, βέβαια.

Χώθηκε γρήγορα κάτω από τα σκεπάσματά του και κουλουριάστηκε, λες και ήταν κάνα σκουλήκι ή σκαντζόχοιρος ή δεν ξέρω κι εγώ τί. Κάτι, τέλος πάντων, από εκείνα τα ζωντανά που κρύβονται μέσα στο ίδιο τους το σώμα, σαν νιώσουν τη ζωή τους να απειλείται.

Κι εκείνος, τώρα δα... αυτό φοβόταν.

Ήταν μόνος.
Εντελώς μόνος.
Αν πάθαινε κάτι μες στη νύχτα, δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος να τρέξει για βοήθεια.

Έκλεισε τα μάτια και μουρμούρησε μια προσευχή.
Την είχε πρόχειρη μιας και τελευταία, κάτι ψιλοανακοπές, τις πάθαινε από όλα αυτά που κατέβαζε.





Ξύπνησε τέσσερις μήνες μετά. Μούσκεμα στον ιδρώτα. Πιο πολύ το μαξιλάρι δηλαδή κι όχι τόσο το υπόλοιπο κορμί, αφού κοιμόταν πάντα ξεσκέπαστος, γυμνός...
Αυτήν όμως τη ρημάδα, τη νυχτερινή εφίδρωση, την είχε εδώ και χρόνια. Από τότε. Με τον καρκίνο. Και πάντα στο κεφάλι. Ήταν δεν ήταν κουρεμένος, χειμώνα - καλοκαίρι το κεφάλι του ίδρωνε πολύ. Είχε πετάξει καμιά δεκαριά μαξιλάρια ως τώρα.
Ακόμα και τα πολύ ακριβά, ανατομικά που είχε πάρει.
Μαλακία, αν το σκεφτείς, γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αγοράσει προστατευτικές μαξιλαροθήκες, σαν κι εκείνες που του είχε αγοράσει η γυν...

Έκλεισε τα μάτια του ξανά.
Αυτή τη φορά, όχι για να κοιμηθεί, μα για να προσπεράσουν τα φαντασματάκια που, άρχισαν να καταφθάνουν ενόσω εκείνος σχημάτιζε την προηγούμενή του σκέψη.

Η φασαρία έσβησε σιγά σιγά κι εκείνος επανήλθε στην πραγματικότητα...
Χα! Λες κι οι μνήμες δεν είναι πραγματικότητα.

Αλήθεια, είναι;

Έριξε άλλη μια ματιά τριγύρω του. Κάτι δεν κολλούσε.
Κάτι δεν...
Θυμόταν πολύ καλά πως, είχε κουκουλωθεί ως τα αυτιά γιατί τον είχαν πιάσει ρίγη.
Και τώρα... Τώρα ιδρωμένος, τα σκεπάσματα στο πάτωμα και μια τεράστια λαχτάρα για...
...για φρουτοσαλάτα;

- "Ρε πούστη μου! Τί διάλο...", μουρμούρησε χαμένος, με το βλέμμα του να πέφτει μια στο παράθυρο και μια στο ρολόι του κινητού.

Όλα καλά με την ώρα.
Μεσημέρι ένιωθε, μεσημέρι ήταν.

Εκείνο που, δεν πήγαινε καλά, ήταν τελικά... η ημερομηνία.

Για κάποιο λόγο, το κινητό του έδειχνε "20 Dec 2015"!
Άνοιξε στα γρήγορα τον υπολογιστή.

Δευτερόλεπτα μετά, η επιβεβαίωση του έκατσε κάπως βαριά στο στομάχι. Και στην καρδιά. Και στο θολωμένο του μυαλό.
Και στον αυχένα που, δεν περιστρεφόταν πλέον με τίποτα.
Μόνο μπροστά.
Ευθεία.

Στην οθόνη του υπολογιστή.

Είκοσι Δεκεμβρίου, ήδη!
Καλά, πού είχε χαθεί τόσους μήνες; Πόσο καιρό κοιμόταν; Ήταν άρρωστος; Είχε κάποιο ατύχημα; Ήταν στο νοσοκομείο; Σε κώμα μήπως; Είχε τρελαθεί;
Κι αυτή η λαχτάρα για φρουτοσαλάτα, από πού στο διάλο ξεφύτρωσε;
Αφού, το τελευταίο που θυμόταν ήταν να τσακίζει μισό ψητό κοτόπουλο και μια διπλή μερίδα πατάτες από το Oporto. Φρούτα, μόνο καταλάθος, μέσα σε κάνα κέικ αν θα έτρωγε...

Ο πάγκος της κουζίνας ήρθε κι έκατσε σαν κερασάκι στην τούρτα της φρίκης του.
Παρόλο που δεν είχε κερασάκια, είχε μια τεράστια φρουτιέρα, η οποία δεν του θύμιζε το παραμικρό και μέσα της υπήρχαν, τρεις μπανάνες, καμιά δεκαριά βερύκοκα, ακτινίδια κι αχλάδια...
Στο δε ψυγείο, το οποίο το άνοιξε αμέσως μετά κι έχοντας κάνει ήδη την προσευχή του για να βρει λίγη παγωμένη πίτσα, λίγο χτεσινό κοτόπουλο, λίγο από οτιδήποτε junk που να ταιριάζει στα όσα θυμόταν για τον εαυτό του ρε διάολε... υπήρχαν δυο μικρά πλαστικά κεσεδάκια με blueberries!

Έκανε δυο βήματα πίσω και στηρίχτηκε στο νεροχύτη...
Τελικά, η φρίκη του δεν ήταν που δε θυμόταν.
Η φρίκη του ήταν ότι, ο οργανισμός του λαχταρούσε να τα σκίσει.
Τα φρούτα.
Ποιος;
Αυτός!




Σίγουρα δεν κοιμόταν.
Σίγουρα δεν ονειρευόταν.
Σίγουρα..
Πόσο σίγουρο είναι αυτό το Σίγουρα πια;


Και πόσες φορές, τώρα που το καλοσκεφτόταν, δεν είχε πιάσει τον εαυτό του "αλλού";
Να ξυπνάει ή έστω να ανοιγοκλείνει τα μάτια και να βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου;
Να είναι άλλος;
Να είναι κάποιος παλιός ή επόμενος εαυτός του;
Ή ακόμα κι εντελώς διαφορετικός από αυτό που ήταν;
Και στην τελική, τί ήταν; Ποιος ήταν;
Πού ήταν;

Αλήθεια... Πού ήταν;
Α, ναι. Αυστραλία ήταν.
Αυτό το θυμήθηκε σχετικά γρήγορα. Ένιωθε ολίγον από πατρίδα πλέον.

Γιατί, στο κάτω κάτω, τί είναι πατρίδα ρε φίλε; Αν όχι ο τόπος που, σε αγκαλιάζει και σου δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσεις, τότε τί;

Στο κάτω κάτω...
Γιατί, στο πάνω πάνω, πατρίδα μέσα του ήταν ακόμα κι εκείνη η άλλη. Με το Π κεφαλαίο.

Χα... Πατρίδα με κεφαλαίο π!
Και την πουτάνα τη γράφεις με κεφαλαίο π άμα θες.
Κι η συγκεκριμένη Πατρίδα είχε γίνει η πουτάνα του Κεφαλαίου.

Εδώ και χρόνια.

Μα, αυτό δεν ήταν το θέμα του τώρα δα.
Το θέμα του ήταν πώς διάλο ή πού διάλο είχε χαθεί τόσους μήνες και ξύπνησε τώρα.
Πώς είχαν αλλάξει τόσο απότομα, τόσο ξαφνικά, τα γούστα κι οι συνήθειές του και πόσα άλλα είχαν συμβεί που δε θυμόταν...

Το ότι, μέσα στο ντουλάπι βρήκε κονσέρβες τόνο και μούσλι, διόλου τον παραξένεψε.
Μετά από αυτό το σοκ, ήταν σίγουρος πως, κάπου μέσα στο δωμάτιό του, θα έπαιζαν και τίποτε βαράκια ή καμιά άλλη μαλακία στην οποία θα είχε αρχίσει να επιδίδεται δίχως να το θυμάται.

Ω, ναι... Στην τσάντα της δουλειάς του, έπαιζαν δυο hand grips!

Ώρα θα 'ταν τώρα, να είχε και καμιά συνδρομή σε κάνα γυμναστήριο και να μην το θυμόταν.

Έριξε πάνω του ένα μπλουζάκι κι έψαξε να βρει τα αγαπημένα του σορτς.
Ήθελε να βγει έξω. Να κάνει ένα τσιγάρο. Να ξεθολώσει λίγο...
Ρε, μπας κι είχε κόψει και το τσιγάρο;
Όχι. Το πακέτο ήταν στην κάτω αριστερά τσέπη που το έβαζε πάντα. Πάλι καλά...
Αν και, δε θα έλεγε όχι στο να είχε κόψει τούτο το συνήθειο που ξανάρχισε από πέρσι, έπειτα από εγκράτεια εννέα ετών.




Δυο βήματα αργότερα, βρισκόταν σωριασμένος στο πάτωμα...
Το σορτσάκι του κυλιόταν κι αυτό, στους αστραγάλους.

Καλά ρε πούστη;
Πόσα κιλά είχε χάσει;




...απόσπασμα από τη ΣυνΛογή κειμένων "Η Επιστροφή", Γρ. Κρέζος 1969 -




Wednesday, 17 June 2015

* Αρχές Κατάθλιψης...

Και κάπως έτσι, η Ζωή αποφασίζει, όχι να απαντήσει, μα... να απαντήσεις τα Ερωτήματα που θέτεις.
Χα...
Να τα συναντήσεις εννοώ.

Και να τα ντύσεις με όλες τις θεωρίες σου και να τα ντυθείς.
Και να συνειδητοποιήσεις πως, δεν σου κάνουν.
Σου πέφτουν στενά.
Κι εσύ, κουτέ Σκεπτόμενε, που νόμιζες πως σου 'πεφταν φαρδιά... και θα χωρούσες να βολευτείς και να βολέψεις κάθε σου Πιστεύω.

Έτσι είναι...
Έτσι.

Ακόμα, δεν έχει κάνει τίποτα.

Όχι! Μην το πεις! Κι ας σου θυμίζει!
Μη...

Shhhhh...

A Random Act of Kindness.
Αυτό το, "Do us a favour, ρε παλιοπουσταριό κι εξαφανίσου".

Έτσι.
A Random Act of Kindness.
Ακόμα και το να τελειώσεις ένα Ταξείδι πριν την ώρα του.
Με δέκα δολλάρια στην τσέπη και το μυαλό να τριγυρνά στα "Άραγε".
Κοιτάζοντας βιτρίνες με Ανθρώπινα.
Ρούχα, Φαγητά, Παιχνίδια, Σχέσεις, Υποσχέσεις, Κατασχέσεις, Θέσεις, Υποθέσεις, Επιθέσεις.
Φραστικές... που είναι Γευστικές.

- "Άντε... κάνε μας τη χάρη ρε παλιοπουσταριό κι εξαφανίσου από δω χάμω".
Και μου το λέω εγώ.
Μέσα από το στόμα άλλων.
Έτσι...
Για να μη νομίζω ότι οι άλλοι είναι οι κακοί.

Κι ο άλλος σου Εαυτός, με λιγοστά αποθέματα, μιας κι έχει  δικά του θέματα, το έχει ήδη έτοιμο στο στόμα, να στο πει, "Πάρ' το αλλιώς! Τώρα όμως! Μαλακισμένο..."

Μα δεν ξέρει πως, εσύ... απλά προβάρεις.
Έτσι. Με δέκα δολλάρια στην τσέπη και πέντε φέτες ψωμί για τοστ μες στο ψυγείο.
Πάλι καλά που, πρόλαβες και δυο κονσέρβες τόνο. Λίγο τυρί κι ένα μπουκάλι κέτσαπ.
Μα, κάπως έτσι, τα εκατό έγιναν δέκα.

Α... και, πού 'σαι;
Το μεξικάνικο το πιάτο και το μπωλ από τη σούπα κράτησέ τα. Μαζί με το πιρούνι. Είναι αρχές ακόμα.
Θα χρειαστεί να τα χαζεύεις κι άλλο ώσπου να μάθεις.

- "Πάρ' το αλλιώς! Τώρα όμως! Μαλακισμένο...", ουρλιάζει μέσα-έξω του ο άλλος Εαυτός σου. Σαν καθρεφτάκι ραγισμένο, τρέμει μη σπάσει.
Και ποιος αντέχει άλλα εφτά χρόνια γρουσουζιάς...

...κι εσύ προβάρεις άλλο ένα μοντελάκι.
Αρχές Κατάθλιψης το λένε.
Αλλά, μαθαίνεις.

...μάλλον.




...από το "Προβάροντας Συναισθήματα", του Γρ. Κρέζου




Monday, 16 December 2013

* Στον Τοίχο… (3)


- OK, δεν αντιλέγω… μα, με ποιο Σκεπτικό;
- Αφού δεν αντιλέγεις, γιατί ρωτάς να μάθεις το Σκεπτικό;
- Για να δω αν σκεπτόμαστε το ίδιο.
- Το ίδιο σκεπτόμαστε.
- Πού το ξέρεις;
- Ξέρω πολλά περισσότερα από όσα θα ήθελα να ξέρω. Όπως ξέρω και πολλά περισσότερα από όσα θα ήθελα να μοιραστώ.
- Που σημαίνει…
- Ναι… ακριβώς αυτό. Θα ήθελα να μην τα μοιραστώ μα, τελικά, θα τα μοιραστώ.
- Μαζί μου;
- Μόνο μαζί σου θα μπορούσα.
- Καθρέπτης;
- Ναι. Μόνο έτσι. Όπως χρειαζόμαστε έναν Καθρέπτη για να δούμε το Έξω… έτσι ακριβώς, χρειαζόμαστε κι έναν Καθρέπτη για να δούμε το Μέσα. Αλλιώς, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε…
- Χα…
- Χου…
- Και οι τυφλοί; Αυτοί που δεν έχουν όραση… έχεις την εντύπωση πως δε βλέπουν το Έξω;
- Το γνωρίζουν. Δεν το βλέπουν. Απλά, το γνωρίζουν.
- Όχι. Το αναφέρω επειδή αναφέρεσαι στον καθρέπτη ως αποκλειστικό εργαλείο για να δεις  τόσο το Έξω όσ-…
- Για να δεις. ΝΑ ΔΕΙΣ! Όχι να γνωρίσεις. Να δεις.
- Μα, αν είμαστε σε θέση να γνωρίσουμε δίχως να δούμε, ποιος ο λόγος να υπάρχ-…
- Υπάρχουμε. Είτε μας αρέσει είτε όχι, Υπάρχουμε. Σε αυτήν τη μορφή. ΚΑΙ σε αυτήν τη μορφή. Και κάποιες στιγμές, έχουμε την αθρώπινη ανάγκη να δούμε, προκειμένου να γνωρίσουμε.
- Θωμάς, όλοι;
- Ναι. Πες το κι έτσι. Τίποτε τυχαίο για τους Άθνητους.
- Άντε και Είδες. Τί θα ικανοποιήσεις;
- Την Περιέργεια.
- Κι όταν Γνωρίζεις δηλαδή, τί ικανοποιείς;
- Μπερδεύεσαι.
- Μπα. Εσύ προσπαθείς να κερδίσεις χρόνο. Λέγε. Τί ικανοποιεί η Γνώση;
- Η Γνώση δεν Ικανοποιεί. Η Γνώση, αντίθετα, μεγιστοποιεί την αίσθηση της Ανικανοποίησης.
- Υπάρχει τέτοια λέξη;
- Υπάρχει η αίσθηση.
- Είσαι Ετοιμόλογος.
- Οι λέξεις έτοιμες είναι. Απλά, τις έχω πρόχειρες.
- Άρα, είσαι Προχειρόλογος;
- Αφήνεις τον Πόνο να μιλά.
- Δε διάλεξα εγώ αυτόν το ρόλο.
- Ναι… κι εγώ απλά, μια Ανατολή ήθελα να μοιραστώ.
- Δίνεις την εντύπωση πως είσαι όλο λόγια. Γι αυτό κι οι τόσες Σκέψεις. Από Πράξεις;
- Ρυθμοί που δεν μπορείς να παρακολουθήσεις.
- Τόσο Γρήγορα πια; Όνομα και πράμα;
- Πάλι μπερδεύεσαι. Δεν με λένε Γοργόρη. Η Ταχύτητα με την Εγρήγορση… είναι πάνω από ένα τσιγάρο δρόμος. Απόσταση μεγάλη. Μην μπερδεύεσαι. Στην τελική… αυτό που εννοώ είναι πως, οι ρυθμοί μου είναι αργοί για εσένα. Γι αυτό δεν προλαβαίνεις να τους παρακολουθήσεις… πόσο μάλλον να τους ακολουθήσεις.
- Δεν καταλαβαίνω.
- Δε σε φτάνει μια Ανθρώπινη Ζωή σου για παρακολουθήσεις έστω και μια μου κίνηση.
- Χα… κι εσύ μη μπερδεύεσαι. Παίζει και να μην είμαι Άνθρωπος απλός.
- Τότε, χαλάρωσε. Γιατί βιάζεσαι;
- Βολική θεωρία… Δικαιολογείς απλά την κωλυσιεργία σου.
- Βολική αντίδραση. Είσαι ανυπόμονη Σκέψη.
- Είναι κακό αυτό;
- Όχι. Ίσως, Ασύμβατο, για την ώρα μα, Κακό; Όχι. Σε καμία περίπτωση. Δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς Καλό και Κακό. Ποιος είναι αυτός που θα το ορίσει; Καλό ή Κακό για ποιον; Κάθε τι είναι ΚΑΙ τα δύο. Κάθε τι είναι ΤΙΠΟΤΑ από τα δύο. Κάθε στιγμή.
- Είμαστε Ασύμβατοι λοιπόν. Και με θεωρείς και δεδομένη Σκέψη.
- Αυτό κατάλαβες από όλο αυτό;
- Συ είπας.
- Συ ήκουσες.
- (…)


- Θα ήταν ευκολότερο για εσένα. Ναι. Θα κέρδιζα και μια θέση στην αντίπερα όχθη. Εκεί που, κατα-Λήγουν οι πολυ-Αμήχανοι. Πεταμένα Λεφτά, πάνω από τα κορμιά τους, να τους σκεπάζουν για το υπόλοιπο της θητ-…
- Ποιος σου είπε πως, δε θα κατα-Λήξεις κι εσύ εκεί;
- Δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Ούτε και λειτουργώ με αυτόν τον τρόπο επειδή, ας πούμε, ξέρω πώς θα ή πώς δεν θα γίνει το Ένα ή το Άλλο. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι ρυθμοί. Συχνότητες. Ο τρόπος λειτουργίας. Αυτό. 
- Με σκοτώνει.
- Γι αυτό και αντέχεις. Σκότος-Ών-Είς. Σκότος-Ών-Εί. Είναι ένα μέρος το οποίο γνωρίζουμε πολύ καλά. Δε θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι διαφορετικό σε τέτοια βάθη. Μόνο Σκότος.
- Μην Αργήσεις. Μην. Πάρε ό,τι χρειάζεσαι από εκεί Πάνω κι έλα Κάτω. Έλα. Αυτήν τη φορά, απλά, έλα! Όμως… έλα Εσύ!
- Εν Καιρώ…
- Έν-Καιρα. Έλα, έν-καιρα. Βγες!
- Μπες…
- Φύγε!
- Δώρο Θεού.
- Σου έχουν αδυναμία.
- Να προσέχεις τον εαυτό σου.
- Να προσέχεις ΑΠΟ τον εαυτό σου.





...συνεχίζεται





...από την ανέκδοτη συλλογή κειμένων, "Έκανα Μια Σκέψη", του Γρηγόρη Κρέζου, 1969- 










Sunday, 15 December 2013

* Στον Τοίχο... (2)



- Είσαι ηλίθιος, έτσι;
- Γιατί;
- …ειλικρινά! Αν το παραδεχόσουν ή αν το απέρριπτες, έπαιζε και να το έπαιρνα πίσω. Το ότι, ρωτάς το λόγο που σε χαρακτηρίζω έτσι, μα την Πίστη μου, με εξοργίζει! Με εξοργίζει το να έχω δίκιο αυτήν τη στιγμή!
- …ειλικρινά. Γιατί; Γιατί είμαι ηλίθιος;
- Επειδή ήξερες! Ξέρεις! Ξέρεις που να πάρει! ΞΕΡΕΙΣ! ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ!
- (…)
- Έτσι! Καλύτερα βούλωσέ το! Βούλωσέ το και μίλα Μέσα σου! ΜΕΣΑ ΣΟΥ!
- Μα… μόνο σε εσένα μιλάω!
- ΜΕΣΑ ΣΟΥ ΜΟΝΟ! Ακούς; 
- (…)
- Τί κοιτάς; Τί κοιτάς πια;
- Μα…
- Δεν θέλω άλλες δικαιολογίες! Ούτε μία! Την παραμικρή! Έχεις διαλύσει κάθε έννοια τόπου και χρόνου! Αυτό πια, δεν είναι Χωροχρονικό Α-συνεχές… 
- (…)
- Χωροχρονικό Ασυνεπές είναι! Αυτό είσαι! Ασυνεπής!
- Ασυνεπής; Έτσι απλά; Ασυν-…
- Σκάσε! Μέσα σου! ΜΕΣΑ ΣΟΥ! Ό,τι έχεις να πεις, πες το Μέσα σου!
- Μα… Εσύ είσαι το μόνο Μέσα που έχω! Ο μόνος δρόμος για το Μέσα μου, περνάει από το δικό σου!
- Σε βολεύει, ε; Να κόψεις δρόμο...
- Ξέρεις πως, μέσα από εσένα, όχι μόνο δρόμο δεν κόβω… μα κάνω ολόκληρο κύκλο…
- Και τότε, τί θες; Γιατί το κάνεις αυτό;
- Είναι πολύ ωραία η διαδρομή. Διαφορετική. Άγνωστη και Γνώριμη μαζί! Μου θυμίζει το Δρόμο για το Σπίτι. Σα να έχω ξανάρθει από δω. Κοίτα! Δεν κρατώ καν το τιμόνι! Κι όμως! Μόνο του πάει!
- Ξέρεις… και στο γκρεμό, όταν έχεις φύγει… μόνο του πάει. Και δε χρειάζεται καν να κρατάς το τιμόνι.
- Με πονάς.
- Και να ήθελα… δε μπορώ. Εσύ μας πονάς. Τελείωνε λοιπόν. Έχουμε και δουλειές.
- Ναι. Μη σας καθυστερώ κιόλας.
- Κόψε την κλάψα. Ακούς; "Ό,τι δε συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά", μου έλεγε ο αφορισμένος. Και δίκιο είχε. Τελείωνε λοιπόν.
- Ποτέ! Ό,τι δε συνέβη Ποτέ! Όχι "ό,τι δε συνέβη Τώρα". Έκλεισε ο Κύκλος κι έκανε αποτίμηση. Το να καθυστερεί κάτι για τον όποιο λόγο, δε σημαίνει απαραίτητα πως δεν έχει "ποθηθεί" αρκετά. Δε σημαίνει πως, δε θα συμβεί Ποτέ. Μπορεί να συμβεί... αργότερα.

- Ναι… έχεις δίκιο. Τα λέμε. Φιλιά.
- Έτσι;
- Ναι. Γιατί; Τα λέμε... αργότερα.
- Μα…
- Μην τρελαίνεσαι. Δεν είπα Ποτέ. Δεν έκλεισε ο Κύκλος. Δεν έγινε αποτίμηση. Αργότερα, είπα. Ξέρεις… Αυτό που ίσως εννοούσε ο Νικόλας. Εσύ ο ίδιος δεν το είπες;
- Κουστούμι. Στα μέτρα μου, ε;
- Σου πάει!
- (…)
- Τώρα που θα μπεις για λούσιμο, κοίτα να σου πάει στα μάτια. Μπας και τσούξουν λίγο παραπάνω και Δεις. Αν και… εδώ που τα λέμε και έχεις Δει και Γνωρίζεις.
- Μισό! Στάσου! Έλα μέσα...
- (...)
- Πέρνα λίγο μέσα. Μπες!
- Είσαι τρελός! Σημασία δε δίνεις!
- Μπες...
- Όσες λέξεις ήταν να ειπωθούν, ειπώθηκαν. Η επανάληψη, ως μήτηρ μαθήσεως, ισχύει για εκείνους που μαθαίνουν. Εσύ, Γνωρίζεις. Ήδη.
- Μπες…
- Φιλιά και… το νου σου. Να προσέχεις τον εαυτό σου… Να προσέχεις ΑΠΟ τον Εαυτό σου.
- Μπες...




...συνεχίζεται





...από την ανέκδοτη συλλογή κειμένων, "Έκανα Μια Σκέψη", του Γρηγόρη Κρέζου, 1969-